Μπορείς να «δεις» με κλειστά μάτια ένα ηλιοβασίλεμα; Να φανταστείς το πρόσωπο ενός αγαπημένου σου ανθρώπου; Για τους περισσότερους, η απάντηση είναι αυτονόητη. Για κάποιους όμως όχι. Και αυτό δεν έχει να κάνει με τη δημιουργικότητα ή τη νοημοσύνη τους, αλλά με έναν λιγότερο γνωστό νευρογνωστικό όρο: την αφαντασία.
Η αφαντασία (aphantasia) είναι η αδυναμία δημιουργίας νοερών εικόνων. Τα άτομα με αφαντασία δεν μπορούν να «οπτικοποιήσουν» σκηνές, πρόσωπα ή αντικείμενα στο μυαλό τους, ακόμη κι αν τα θυμούνται πολύ καλά. Ο όρος εισήχθη το 2015 από τον Βρετανό νευρολόγο Adam Zeman, αν και το φαινόμενο είχε περιγραφεί ήδη από τον 19ο αιώνα από τον Francis Galton.
Δεν βλέπουν εικόνες – αλλά θυμούνται
Ένα άτομο με αφαντασία μπορεί να σου περιγράψει το σπίτι όπου μεγάλωσε, να θυμάται λεπτομέρειες, χρώματα και αντικείμενα. Όμως δεν «βλέπει» τίποτα εσωτερικά. Η μνήμη του λειτουργεί περισσότερο λεκτικά ή εννοιολογικά παρά οπτικά.
Αν ζητήσεις από κάποιον με αφαντασία να φανταστεί ένα κόκκινο μήλο, δεν θα εμφανιστεί καμία εικόνα στο «νοητικό του πεδίο». Θα ξέρει τι είναι μήλο. Θα γνωρίζει ότι είναι κόκκινο. Αλλά δεν θα το δει.
Είναι σπάνια;
Υπολογίζεται ότι περίπου 2–4% του πληθυσμού εμφανίζει αφαντασία σε κάποιο βαθμό. Για πολλούς, η ανακάλυψη έρχεται τυχαία — συχνά στην ενήλικη ζωή — όταν συνειδητοποιούν ότι οι άλλοι άνθρωποι όντως «βλέπουν» εικόνες στο μυαλό τους.
Επηρεάζει τη ζωή;
Όχι απαραίτητα αρνητικά. Πολλοί άνθρωποι με αφαντασία είναι εξαιρετικά δημιουργικοί, επιτυχημένοι επιστήμονες, καλλιτέχνες ή επαγγελματίες. Μάλιστα, ορισμένοι αναφέρουν ότι η σκέψη τους είναι πιο αφηρημένη, πιο δομημένη ή πιο αναλυτική.
Ωστόσο, η αφαντασία μπορεί να επηρεάζει:
Την ανάκληση οπτικών αναμνήσεων
Την ικανότητα «νοερής πρόβας» (π.χ. φανταστική προετοιμασία μιας κατάστασης)
Τα όνειρα (αν και πολλοί με αφαντασία ονειρεύονται κανονικά)
Τι συμβαίνει στον εγκέφαλο;
Η έρευνα δείχνει ότι η αφαντασία σχετίζεται με διαφορετικά πρότυπα ενεργοποίησης ανάμεσα στις περιοχές του εγκεφάλου που συνδέονται με την όραση και εκείνες που σχετίζονται με τη μνήμη και τη φαντασία. Δεν πρόκειται για ασθένεια, ούτε για διαταραχή που «χρειάζεται θεραπεία». Είναι μια διαφορετική μορφή νοητικής λειτουργίας.
Και το αντίθετο;
Στον αντίποδα βρίσκεται η υπερφαντασία (hyperphantasia), όπου οι νοερές εικόνες είναι εξαιρετικά ζωντανές και έντονες — σχεδόν σαν πραγματικές.
Τελικά, τι σημαίνει να είσαι «τυφλός» στο μυαλό;
Σημαίνει ότι ο εσωτερικός σου κόσμος δεν είναι γεμάτος εικόνες, αλλά έννοιες, λέξεις, δομές, πληροφορίες. Δεν είναι λιγότερο πλούσιος — είναι απλώς διαφορετικός.
Η αφαντασία μάς υπενθυμίζει κάτι βαθύτερο: ότι η ανθρώπινη εμπειρία δεν είναι ενιαία. Ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε, θυμόμαστε και φανταζόμαστε τον κόσμο διαφέρει περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε. Και αυτό, ίσως, είναι από μόνο του συναρπαστικό.



Η σκηνοθεσία της Έφη Ρευματά στο Θέατρο ΕΛΕΡ – Ελένη Ερήμου ξεφεύγει από την παραδοσιακή κοινωνική σάτιρα και μετατρέπει το έργο σε ένα υπαρξιακό θρίλερ μέσα σε μια πολυεθνική του σήμερα. Ο ρυθμός της παράστασης είναι έντονα κοφτός, σχεδόν εξουθενωτικός, ενώ οι διάλογοι αιωρούνται πάντα πάνω από μια αόρατη απειλή: κανείς δεν μπορεί να ξεχωρίσει αν είναι θύτης ή θύμα. Η γλώσσα μεταμορφώνεται σε ένα εργαλείο εξουσίας, ενώ το σώμα, μέσα από ασταμάτητες και σχεδόν χορογραφημένες κινήσεις, γίνεται το πεδίο για μια διαρκή και αδυσώπητη διαπραγμάτευση.
Ιδιαίτερα εύστοχη είναι η σωματικότητα της παράστασης. Η κίνηση δεν είναι διακοσμητική· είναι σχόλιο πάνω στη «βία» που εγγράφεται καθημερινά στα σώματα των εργαζομένων. Οι φωτισμοί και το ηχητικό περιβάλλον δημιουργούν μια αίσθηση εγκλωβισμού, σαν ένα διαρκές meeting χωρίς έξοδο κινδύνου. Το πάρτι της εταιρείας στην αρχή μοιάζει με ανάσα, αλλά σύντομα αποδεικνύεται προθάλαμος μιας αδυσώπητης σύγκρουσης.
Δεν πρόκειται για μια εύκολη, «ευχάριστη» θεατρική βραδιά. Είναι, όμως, μια καίρια και απολύτως σύγχρονη εμπειρία. Ένας καυστικός καθρέφτης όπου, αν κοιτάξεις προσεκτικά, ίσως αναγνωρίσεις κάτι από το δικό σου εργασιακό βλέμμα: εκείνο που χαμογελά, ενώ μέσα του μετρά τις αντοχές του.



































