Indiana Jones (Harrison Ford) in Lucasfilm's Indiana Jones and the Dial of Destiny. ©2022 Lucasfilm Ltd. & TM. All Rights Reserved.
Ο υποψήφιος για Όσκαρ Χάρισον Φορντ, επιστρέφει στον ρόλο του θρυλικού ήρωα αρχαιολόγου µε το µαστίγιο στην τελευταία ταινία του εµβληµατικού franchise µε την υπογραφή του καταξιωµένου σεναριογράφου/σκηνοθέτη James Mangold.
Στη µεγάλη κινηµατογραφική παραγωγή µε τις εντυπωσιακές καταδιώξεις και τον νοσταλγικό εξωτισµό συµπρωταγωνιστούν οι Phoebe Waller-Bridge (Fleabag), Antonio Banderas (Πόνος και Δόξα-Pain and Glory), John Rhys-Davies (Οι Κυνηγοί της Χαµένης Κιβωτού- Raiders of the Lost Ark), Toby Jones (Jurassic World: Το Βασίλειο Έπεσε- Jurassic World: Fallen Kingdom), Boyd Holbrook (Λόγκαν-Logan) και Mads Mikkelsen (Άσπρο Πάτο-Another Round). Το σενάριο υπογράφουν οι Jez & John-Henry Butterworth, David Koepp και ο Mangold. Ο θρυλικός John Williams, συνθέτης όλων των ταινιών του Indy από το 1981, επιστρέφει ως συνθέτης της ταινίας.
Βρισκόµαστε στο 1969 και ο Indiana Jones (Harrison Ford) είναι έτοιµος να αποχωρήσει από την ενεργό δράση. Έχοντας περάσει πάνω από µία δεκαετία διδάσκοντας στο Hunter College της Νέας Υόρκης, ο καταξιωµένος καθηγητής αρχαιολογίας ετοιµάζεται να αποσυρθεί στο ταπεινό και µοναχικό του διαµέρισµα.
Όλα αλλάζουν µε την απρόσµενη επίσκεψη της αποξενωµένης βαφτιστήρας του Helena Shaw (Phoebe Waller-Bridge), η οποία αναζητά ένα ανεκτίµητο αρχαίο εύρηµα που είχε εµπιστευτεί ο πατέρας της στον Indy πριν χρόνια. Πρόκειται για τον δίσκο του πεπρωµένου, έναν µηχανισµό του Αρχιµήδη που µπορεί να αλλάξει την ιστορία.
Ως έµπειρη απατεώνισσα, η Helena κλέβει τον µηχανισµό και αποχωρεί γρήγορα από τη χώρα για να το πουλήσει σε όποιον προσφέρει τα περισσότερα χρήµατα. Μην έχοντας άλλη επιλογή από το να την κυνηγήσει, ο Indy ξεκινάει µία τελευταία επική διαδροµή. Εντωµεταξύ, ο παλιός εχθρός του Indy, ο πρώην Ναζί Jürgen Voller (Mads Mikkelsen), έχει τα δικά του τροµαχτικά σχέδια για τον µηχανισµό µε σκοπό να αλλάξει τη ροή της παγκόσµιας ιστορίας.
Διάρκεια: 154’
29 Ιουνίου στους κινηµατογράφους από τη FEELGOOD
Δεν υπάρχει αµφιβολία ότι ο Indiana Jones παραµένει ένας από τους πιο αγαπηµένους χαρακτήρες που έχουµε δει στη µεγάλη οθόνη: το Αµερικάνικο Κινηµατογραφικό Ινστιτούτο τον έχει κατατάξει ως τον δεύτερο µεγαλύτερο κινηµατογραφικό ήρωα όλων των εποχών, µόνο ο Gregory Peck ως Atticus Finch στην ταινία «Σκιές και Σιωπή» (To Kill a Mockingbird) τον έχει ξεπεράσει. Κι όµως είναι πολύ δύσκολο να φανταστούµε ότι ο Indy θα είχε κατακτήσει αυτή τη θέση χωρίς τη συνεισφορά του Harrison Ford.
Από τη στιγµή που ο Indy εµφανίστηκε για πρώτη φορά στη µεγάλη οθόνη, στην ταινία «Οι Κυνηγοί της Χαµένης Κιβωτού» (Raiders of the Lost Arc) του Steven Spielberg το 1981, ήταν προφανές ότι το ταίριασµα χαρακτήρα και πρωταγωνιστή ήταν τέλειο. Ο Ford ήταν αναµφισβήτητα χαρισµατικός και γοητευτικός. Καθιέρωσε ένα λοξό µειδίαµα που εµφανίζεται την κατάλληλη στιγµή, ενώ σκαρφιζόταν φαινοµενικά απίθανες αποδράσεις χάρη στην πολυµήχανη και ευρηµατική του φύση ή και χάρη σε καθαρή τύχη. Από όλους τους απίθανους χαρακτήρες που έχει υποδυθεί ο Ford, ο ηθοποιός τρέφει ιδιαίτερη συµπάθεια για τον Indiana Jones και ρώταγε συχνά τους παραγωγούς Kathleen Kennedy και Frank Marshall αν υπάρχει άλλη ιστορία στα σκαριά.
Για να δοθεί απάντηση, η Kennedy, ο Ford και ο Spielberg απευθύνθηκαν στον James Mangold, τον αριστοτέχνη αφηγητή πίσω από καταξιωµένες και εµπορικές ταινίες όπως οι «Walk the Line», «Λόγκαν» (Logan) και «Κόντρα σε Όλα» (Ford v. Ferrari). Ο δύο φορές υποψήφιος για Όσκαρ δηµιουργός έχει µεγάλη εµπειρία στην αφήγηση συναισθηµατικών ιστοριών για προσωπικότητες όπως ο Johnny Cash και ο Carroll Shelby. Οι ταινίες του που επικεντρώνονται σε συναρπαστικούς και αντιφατικούς πρωταγωνιστές, είναι πάντα άρτιες, ευφυείς και διασκεδαστικές.
Ο Ford λέει ότι το έργο του σεναριογράφου-σκηνοθέτη είναι η απόδειξη γιατί ήταν ο κατάλληλος για να αναλάβει τα ηνία του Spielberg για την τελευταία περιπέτεια του Indiana Jones. «Υπάρχουν πολλές πτυχές του έργου του Jim Mangold που θαυµάζω», λέει ο Ford. «Ως αφηγητής, έχει ιδιαίτερη αντίληψη που προέκυψε από την εµπειρία του, την κατανόηση και τη φιλοδοξία να προσφέρει ψυχαγωγία µεγάλης κλίµακας µε ένα ιδιαίτερο χιούµορ και συναισθηµατική γνησιότητα».
Ο Spielberg λέει: «Είναι ένας σκηνοθέτης που µοιράζεται τις ευαισθησίες µου στο µοντάζ, στον ρυθµό, στην εξέλιξη του χαρακτήρα, στην ισορροπία των σκηνών. Σκέφτηκα ότι αν δεν κάνω άλλη ταινία για τον Indiana Jones, ο James Mangold θα πρέπει να την κάνει».
Για τον Mangold, η εµπειρία της πρώτης θέασης των ταινιών µε πρωταγωνιστή των Indy, όταν ήταν 17 χρονών, είναι κάτι που δεν θα ξεχάσει ποτέ. Τον καθήλωσε αυτή η κλασική περιπέτεια που δανειζόταν το ύφος και την τεχνική ταινιών από προηγούµενες δεκαετίες. Η ταινία συνδύαζε καταδίωξη, ανατροπές, αναµέτρηση, έρωτα, πνεύµα και µοντέρνα ευαισθησία Παρ΄όλα αυτά, το δέος και η αγάπη που ένιωθε ο Mangold για το έργο του Spiel- berg τον έκανε διστακτικό να αναλάβει την ταινία. Συµφώνησε µόνο όταν εξασφάλισε τον χρόνο που χρειαζόταν για να δηµιουργήσει µία συναρπαστική περιπέτεια στα µέτρα και τα σταθµά του προκατόχου του Spielberg.
Για το σενάριο συνεργάστηκε µε τους σεναριογράφους της ταινίας «Κόντρα σε Όλα» (Ford v. Ferrari), τους Jez και John-Henry Butterworth, το καταξιωµένο δίδυµο µε ταινίες όπως οι «Παιχνίδια Συνωµοσίας» (Fair Game), «Get on Up» και «Στα Όρια του Αύριο» (Edge of Tomorrow) Ήταν σαφές ήδη από την αρχική σύλληψη ότι έπρεπε να διατηρήσουν όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που έκαναν τον Indy ένα σηµείο αναφοράς για γενιές θεατών. «Ο Indiana Jones είναι ένας χαρακτήρας που πάντα µας αιφνιδιάζει», λέει ο Mangold. «Μπορεί να είναι εγωιστής, συµπονετικός, γενναίος και δειλός. Και ο Harrison συνδυάζει όλα αυτά τα αντιφατικά στοιχεία.
Ο Indiana Jones δεν είναι ένας αρχαιοελληνικός θεός στον Όλυµπο, είναι ένας πολύ ανθρώπινος χαρακτήρας. Όλες οι ιδιοτροπίες, οι αγωνίες, οι νευρώσεις και τα ελαττώµατά του είναι µέρος της γοητείας του. Αλλά έχει µία υπερδύναµη, είναι απίστευτα τυχερός».
Ενώ έκαναν ό,τι χρειάζεται για να τιµήσουν τον χαρακτήρα, οι δηµιουργοί ένιωσαν ότι ήταν σηµαντικό να προσφέρουν στο κοινό κάτι καινούριο και συναρπαστικό. Επιπρόσθετα, έλαβαν υπόψη τους την ηλικία του χαρακτήρα, δεδοµένου ότι ο Ford θα γινόταν 79 κατά τη διάρκεια του γυρίσµατος. Οπότε, τοποθέτησαν την ταινία στα τέλη των ‘60s, σε µία εποχή που ένας περιπετειώδης ήρωας εµπνευσµένος από κλασικές ταινίες των ‘30s και των ‘40s θα έµοιαζε ο ίδιος σαν κειµήλιο.
«Η προφανής δυσκολία είναι ότι επιστρέφουµε χωρίς να ψάξουµε άλλο πρωταγωνιστή», λέει ο Jez Butterworth. « Έχουµε τον ίδιο ηθοποιό που έπαιζε τον ρόλο στα τριάντα του να παίζει το ίδιο κοντά στ ογδόντα του. Αυτό που θα µπορούσε να θεωρηθεί µειονέκτηµα ήταν τελικά πλεονέκτηµα. Έπρεπε οπωσδήποτε να δουλέψουµε πάνω στη ιδέα ότι αυτό που συµβαίνει προς το τέλος της ζωής κάποιου µπορεί να είναι εξίσου συναρπαστικό µε αυτό που συµβαίνει στην αρχή. Έτσι η ιστορία άρχισε να γίνεται αυθεντική και ρεαλιστική. Αν αρπάξεις αυτή την ευκαιρία, σου ανοίγονται δρόµοι για όλα τα είδη αφήγησης».
Η προσέγγιση άρεσε πολύ στον Ford, που ένιωσε ότι συµβάδιζε µε τη δική του άποψη για τον χαρακτήρα. «Δεν έχουµε αποφύγει το γεγονός ότι ο Indy έχει µεγαλώσει 40 χρόνια µέσα στη χρονική περίοδο κατά την οποία διηγούµαστε την ιστορία του, το έχουµε ενστερνιστεί», λέει ο Ford. «Αντιµετωπίσαµε τις προκλήσεις και αφηγούµαστε την ιστορία µε ανθρωπιά. Είναι ένα τολµηρό, πολύ συναρπαστικό και θαρραλέο εγχείρηµα».
Στην αρχή της ταινίας, ο Indiana Jones µοιάζει να φτάνει στον τερµατισµό. Καθώς προετοιµάζεται να αποχωρήσει από τη διδασκαλία, περνάει µόνος του τις νύχτες σε ένα ταπεινό διαµέρισµα στη Νέα Υόρκη. «Ο Indiana Jones που συναντάµε το 1969 είναι το αποτέλεσµα της εµπειρίας που είχαµε µαζί του στις άλλες ταινίες» εξηγεί ο Ford. «Αυτό συµβαίνει όταν είσαι ένας σαραβαλιασµένος αρχαιολόγος/καθηγητής, απογοητευµένος από την καριέρα σου και είναι η τελευταία µέρα σου στη δουλειά πριν τη σύνταξη και µπορείς να πίνεις και κανένα ποτό µέσα στη µέρα. Έχει αποθαρρυνθεί, είναι κυνικός, πληγωµένος, αλλά οι συνθήκες τού επιφυλάσσουν µία µεγάλη περιπέτεια, µία ευκαιρία για εξιλέωση και ανανέωση».
Ο Mangold εξηγεί, « Ήθελα να ξεκινήσω µε τον χαρακτήρα να απέχει από τον γνωστό Indy όσο περισσότερο γίνεται, ώστε το κοινό να νιώσει έντονο ενθουσιασµό όταν οι συνθήκες τον αναγκάσουν να φορέσει ξανά το καπέλο του. Το 1969 είναι µία περίοδος όπου κανείς δεν πιστεύει πια στους ήρωες όπως ο Indiana Jones. Με πολλούς τρόπους, η περιπέτεια που έχουµε πλάσει είναι ένα ξεκαθάρισµα ανάµεσα σε έναν ήρωα παλαιάς κοπής και έναν διχασµένο και κυνικό µοντέρνο κόσµο».
Το περιζήτητο τεχνούργηµα που πυροδοτεί την αφήγηση είναι εµπνευσµένο από τον αρχαίο µηχανισµό των Αντικυθήρων, που υπολόγιζε τις κινήσεις των ουράνιων σωµάτων και θεωρείται ο αρχαιότερος αναλογικός υπολογιστής.
«Τη στιγµή που καταλήξαµε ότι η ταινία θα έχει να κάνει µε τον χρόνο, τις χαµένες ευκαιρίες και τις επιλογές, τα αµετάκλητα λάθη, τότε το ερώτηµα ήταν ποιο θα ήταν το µοναδικό πράγµα που θα µας επέτρεπε να διορθώσουµε τον ίδιο τον χρόνο», εξηγεί ο Mangold. «Η έρευνα µε οδήγησε στον µηχανισµό των Αντικυθήρων, που λέγεται ότι επινόησε ο Αρχιµήδης και που θεωρείται ότι λειτουργούσε σαν ένα είδος πυξίδας του χρόνου».
Οι σεναριογράφοι επινόησαν τη δική τους εκδοχή για τον µηχανισµό των Αντικυθήρων µε µία επιπλέον δόση µαγείας. «Ο δίσκος του πεπρωµένου είναι µία τολµηρή ιδέα», λέει ο Ford. « Ήταν µία ευφυέστατη επιλογή. Τα άλλα αντικείµενα που έχουµε χρησιµοποιήσει στις προηγούµενες ταινίες έχουν κάτι το θρησκευτικό. Εδώ παίζουµε µε την επιστήµη».
Αποφασισµένος να ανακτήσει το αντικείµενο, ο Indy φεύγει από τη Νέα Υόρκη αλλά δεν είναι ο µόνος που καταδιώκει τη Helena. Ο παλιός εχθρός του Indy, ο Jürgen Voller, την καταδιώκει επίσης. «Οι καλύτεροι κακοί σε ταινίες του Indy είναι Ναζί», λέει ο John-Henry Butterworth. «Αν καταγράψεις µία λίστα µε ευχές για όσα θέλεις να δεις σε µία ταινία του Indy, είναι τον Indy να ρίχνει µπουνιές σε Ναζί και να τους νικάει. Ήταν κάπως σαν γρίφος να βρούµε πώς θα το ταιριάξουµε αυτό στο χρονικό πλαίσιο στο οποίο θέλαµε να διαδραµατίζεται η πλοκή».
Για τον λόγο αυτό, οι δηµιουργοί επινόησαν έναν καταιγιστικό πρόλογο που διαδραµατίζεται το 1944 στον οποίο ένας νεότερος Indy πολεµάει ναζί. «Αυτή η σεκάνς µε τον Indiana στην ακµή του να πολεµάει ναζί ήταν ένα θαύµα», λέει ο Mangold για την ιδέα των σεναριογράφων. «Επέτρεπε στο κοινό να θυµηθεί κάτι που µπορεί να µην είχε δει για καιρό. Ένιωσα ότι ήθελα την ευκαιρία να κάνω µία ταινία µε τον νεαρό Harrison. Η φιλοδοξία µέσα µου το ζητούσε, οπότε γράψαµε µία περίτεχνη σκηνή, που ανοίγει την ταινία».
Όσο η ιδέα της ταινίας έπαιρνε µορφή, ο Mangold συµβουλευόταν συχνά τον ex- ecutive producer Spielberg. «Το ένστικτο και η µατιά του είναι απίστευτα», λέει ο Mangold για τον Spielberg. «Το πιο σπουδαίο πράγµα που µου είπε είχε να κάνει µε τον ρυθµό, ότι µία ταινία µε τον Indiana Jones ήταν σαν να κάνεις ένα trailer µεγάλου µήκους. Η ταινία πρέπει να είναι σαν ένα ελκυστικό trailer που τρέχει για δύο ώρες. Αυτός ο απλός αφορισµός, αυτή η απλή ιδέα ήταν συνέχεια στο µυαλό µου».
Από την αρχή, δεν υπήρχε αµφιβολία ότι ο Ford θα επέστρεφε ως Indiana Jones. Αυτό το γεγονός επέτρεψε στους δηµιουργούς να συγκεντρώσουν ένα χαρισµατικό καστ που θα ταίριαζε µε το εκτόπισµα του πρωταγωνιστή. «Ο Harrison έχει χάρισµα», λέει η Kennedy, που µαζί µε τον Marshall έχει αναλάβει την παραγωγή όλων των ταινιών του Indiana Jones. «Κανείς δεν είναι σαν αυτόν. Ό,τι κάνει είναι κοµµάτι της ταυτότητάς του. Δεν νοµίζω ότι υπάρχει κάποιο τέχνασµα σε αυτά που κάνει. Προφανώς, ερµηνεύει έναν ρόλο, αλλά όπως θα έλεγε ο ίδιος, παίζει. Δεν υποδύεται. Κάνει κάτι που το έκανε πριν ακόµα γίνει ηθοποιός. Είναι κάτι που έχει στην καρδιά της κάθε ερµηνείας του και αυτό τον κάνει τόσο προσιτό».
Ο καταλυτικός ρόλο της Helena Shaw πήγε στη Phoebe Waller-Bridge, στην τρεις φορές βραβευµένη µε Emmy σεναριογράφο και ηθοποιό που καταξιώθηκε µε την επιτυχηµένη κωµική σειρά «Fleabag». Ο χαρακτήρας απαιτούσε κάποια που θα µπορούσε να σταθεί απέναντι στον Indy και η Waller-Bridge ήταν ιδανική για τον ρόλο. Ευφυής, γοητευτική και επικίνδυνα απρόβλεπτη, η Helena έχει αποξενωθεί από τον νονό της για χρόνια. «Είναι πολύ ανεξάρτητη, ξέρει τι χρειάζεται για να επιβιώσει και το επιδιώκει», λέει η Waller-Bridge. «Παράλληλα, είναι πολύ πνευµατώδης και αστεία».
Ο Mangold παροµοιάζει τη Waller-Bridge µε τις µεγάλες σταρ της Χρυσής Εποχής του Χόλιγουντ, όπως η Katharine Hepburn και η Barbara Stanwyck. «Δεν έχει όρια» λέει ο σκηνοθέτης. «Είναι κοφτή και γρήγορη. Οπότε, ποιος είναι καλύτερος να τα βγάλει πέρα µε τις δεξιότητες του Harrison; Μακάρι κάθε ταινία να είχε αυτή τη χηµεία, αυτή τη µουσικότητα ανάµεσα στους ηθοποιούς. Ο Harrison και η Phoebe µαζί έχουν δυναµισµό».
Η Waller-Bridge λέει για τον Ford, «Είναι από τους πιο ζωντανούς ανθρώπους που έχω συναντήσει. Είναι απίθανα έξυπνος και πολύ, πολύ αστείος, κάνει εκπληκτικές επιλογές ως ηθοποιός και φέρνει λαµπερή ενέργεια στο σετ. Είναι απίστευτα γενναιόδωρος, ευγενικός και αξιαγάπητος. Όπου κι αν βρίσκεται, όλοι χαµογελάνε». Ο Ford ανταποδίδει, «Η Phoebe έχει πλούσιο κωµικό ταλέντο και γνήσια ανθρωπιά, τα οποία φέρει στον ρόλο. Είναι µία απίθανη ηθοποιός».
Για τον ρόλο του Jürgen Voller οι δηµιουργοί επέλεξαν τον Δανό ηθοποιό Mads Mikkelsen. Ο Mangold επαινεί τον Mikkelsen ως «έναν εκπληκτικά δυνατό ηθοποιό που έχει αφοσιωθεί στον ρόλο στο 100%». Παρόλο που είναι ξεκάθαρα ο κακός της ταινίας, ούτε ο Mangold ούτε ο Mik- kelsen ήθελαν τον Voller να µοιάζει µε καρικατούρα. «Προσπαθήσαµε να αποφύγουµε το κλισέ του Γερµανού ή του Ναζί µε την ακραία προφορά και την ακραία παράνοια», εξηγεί ο Mikkelsen. «Ο Voller είναι πραγµατιστής. Είναι ένας συγκρατηµένος χαρακτήρας. Είναι κάποιος που θα µπορούσες να πετύχεις στον δρόµο». Ο Ford επισηµαίνει,
«Ο Mads είναι ένας ηθοποιός που θαυµάζω πολύ, για την ενέργεια του και για το πόσο επενδύει στη διαδικασία» Τον ρόλο του Νεοναζί βοηθού του Voller, του Klaber, ανέλαβε ο Boyd Holbrook. «Γίνεται το υποχείριο του Voller, αλλά είναι και οπορτουνιστής» λέει ο Holbrook. Αλλά και ο Indy έχει µερικούς σηµαντικούς συµµάχους στο πλευρό του. Ο Mangold επισηµαίνει, « Ένα πράγµα που περιµένουµε από τις ταινίες του Indiana Jones είναι όλοι οι χαρακτήρες που συναντάµε ανά τον κόσµο».
Ο καταξιωµένος Ισπανός ηθοποιός Antonio Banderas, υποδύεται τον Re- naldo, έναν ναυτικό και φίλο του Indy στον οποίο απευθύνεται όταν χρειάζεται έναν έµπειρο δύτη στην Ελλάδα. «Ο Renaldo είναι ψαράς πια, αλλά και ένας υποστηρικτής της ελευθερίας, ίσως στον Ισπανικό Εµφύλιο και αργότερα στον Δεύτερο Παγκόσµιο», λέει ο Banderas.
«Ο Renaldo είναι θαρραλέος, λίγο τρελός µε την καλή έννοια. Και είναι πιστός φίλος για τον Indy. Σε αυτή τη φάση, ο Indy το χρειάζεται αυτό». Ο John Rhys-Davies επιστρέφει στον ρόλο του πιστού και καλόπιστου παλαίµαχου συντρόφου του Indy, του Sallah, από την εποχή των ταινιών «Οι Κυνηγοί της Χαµένης Κιβωτού» και «Η Τελευταία Σταυροφορία». Όταν τον συναντάµε σε αυτή την ταινία, ζει πια στις ΗΠΑ και κερδίζει τα προς το ζην σαν ταξιτζής στη Νέα Υόρκη. «Είναι υπέροχο που επιστρέφω. Ο Indiana Jones δεν άλλαξε µόνο τη ζωή µου, αλλά και τη φύση των ταινιών», λέει ο ηθοποιός. Ο σκηνοθέτης λέει για τον Rhys-Davies «Είναι ένας ηθοποιός µε απίθανο εκτόπισµα, έχει ωραίο γέλιο και µία αίσθηση ελαφρότητας. Είναι καταπληκτικός χαρακτήρας κατ’ αντίστιξη για τον Harrison».
Η Helena έχει τον δικό της εξυπηρετικό βοηθό, τον Teddy, τον οποίο υποδύεται ο 16χρονος Γάλλος ηθοποιός Ethann Isidore στο κινηµατογραφικό του ντεµπούτο. «Είναι επινοητικός και κουλ και ξέρει πώς να φερθεί σε κάθε κατάσταση. Νοµίζει ότι είναι ενήλικας και ότι είναι ο καλύτερος στον κόσµο, το οποίο ισχύει. Δεν του αρέσει ο Indiana Jones στην αρχή, γιατί πιστεύει ότι είναι κολλητός µε τη Helena. Νοµίζω ότι την έχει ερωτευτεί», λέει ο ηθοποιός για τον χαρακτήρα. Τον πατέρα της Helena, τον Basil Shaw, που εµφανίζεται στην εναρκτήρια αγωνιώδη σκηνή, υποδύεται ο βρετανός ηθοποιός Toby Jones. Παρόλο που ο χαρακτήρας δεν έχει εµφανιστεί ποτέ ξανά σε ταινία, ο Basil είναι ένας αρχαιολόγος και ακαδηµαϊκός που έχει διδάξει στην Οξφόρδη και είναι ένας από τους πιο παλιούς και αγαπηµένους φίλους του Indy, ένας άντρας που λειτουργεί σαν συνένοχός του για δεκαετίες. « Έχουν αγάπη ο ένας για τον άλλον», λέει ο Jones για τη σχέση του Basil µε τον Indy. «Μοιράζονται την ίδια αγάπη για το παρελθόν και ο Indy ανησυχεί για εµένα».
Αυτή η ανησυχία, όµως, δεν είναι αρκετή για να προστατέψει τον Shaw από τον Συνταγµατάρχη Weber του Thomas Kretschmann, έναν άντρα που επέβλεψε την επιχείρηση του Χίτλερ για να λεηλατήσει έργα τέχνης και αρχαία αντικείµενα από τις κατεχόµενες περιοχές και να τα στείλει στη Γερµανία. Παρόλο που έπαιζε µία εκπληκτική µορφή, ο Γερµανός ηθοποιός ένιωσε δέος στις πρώτες σκηνές απέναντι στον Ford. «Ο Harrison είναι στο µέγεθος µου, στο ύψος µου και είναι πολύ λεπτός», λέει ο Kretschmann. «Και καθόταν µπροστά µου και σκεφτόµουν ότι ένιωθα σαν παιδάκι µε τη στολή των Ναζί. Ήταν λίγο τροµαχτικό. Δεν έκανε κάτι φοβερό, αλλά η παρουσία του είναι εκπληκτική».
Η ταινία γυρίστηκε στο Μαρόκο, τη Σικελία, τη Σκωτία και την Αγγλία καθώς και στα Pinewood Studios λίγο έξω από το κεντρικό Λονδίνο. Έχει τέσσερα τεράστια σκηνικά όπου διαδραµατίζονται καταιγιστικές σκηνές δράσης: η σκηνή του τρένου το 1944, µία καταδίωξη µε άλογα σε έναν µεγαλειώδη εορτασµό στους δρόµους που καταλήγει στο µετρό της Νέας Υόρκης, ένα αλαφιασµένο κυνηγητό µε τουκ τουκ στους δρόµους της Ταγγέρης, µία αγωνιώδης κατάδυση στην Ελλάδα και φυσικά η τελευταία σκηνή της κλιµάκωσης.
Ο σκηνογράφος Adam Stockhausen έκανε εκτενή έρευνα σε τρένα του ’40 και εµπνεύστηκε από αρχειακές φωτογραφίες για τα βαγόνια. Το βαγόνι του διοικητή είναι εµπνευσµένο από το Führersonderzug, το τραίνο του Χίτλερ.
Ένα από τα πιο δύσκολα πράγµατα που είχε να αντιµετωπίσει η παραγωγή ήταν να δείξει τον 79χρονο Ford στα 37 του. Ο επικεφαλής των οπτικών εφέ Andrew Whitehurst της Industrial Light & Magic (ILM) συνεργάστηκε µε τους δηµιουργούς από το στάδιο της προ-παραγωγής για να σχεδιαστούν τα οπτικά εφέ της ταινίας, µε την αποστολή να γυρίσουν πίσω τον χρόνο για τον Indiana Jones να είναι η πιο δύσκολη.
Για να επιτευχθεί αυτό, η ILM χρησιµοποίησε την τελευταία τεχνολογία αντικατάστασης προσώπου (face replacement technolo- gy), ενώ µελέτησαν αρχειακό υλικό από προηγούµενες ερµηνείες του Harrison Ford ως Indiana Jones. Μετά τον πρόλογο, η ταινία προσγειώνεται στον Αύγουστο του 1969, όταν 4 εκατοµµύρια άνθρωποι βγήκαν στους δρόµους του Μανχάταν για να τιµήσουν τους αστροναύτες της NASA Neil Armstrong, Buzz Aldrin και Mike Collins µετά την επιτυχηµένη αποστολή στο φεγγάρι. Το στήσιµο της παρέλασης και της καταδίωξης που ακολουθεί ήταν µία τεράστια πρόκληση που έλαβε χώρα στους δρόµους της Γλασκόβης. Η µεταµόρφωση της βασικής οδικής αρτηρίας της Γλασκόβης σε Νέα Υόρκη πήρε τρεις εβδοµάδες, ενώ έµεινε κλειστή για 7 µέρες κατά τη διάρκεια του γυρίσµατος.
Ο καιρός που είχε στη Γλασκόβη κατά το γύρισµα της σκηνής της παρέλασης ήταν ιδανικός και έτσι οι 1000 κοµπάρσοι που συµµετείχαν ήταν λουσµένοι στο φως, ένα θεόσταλτο δώρο για τον διευθυντή φωτογραφίας Phedon Papami- chael, που ήθελε η σεκάνς να έχει έντονα χρώµατα σε αντίθεση µε τον πιο µουντό πρόλογο της ταινίας που διαδραµατίζεται το 1944 Η σκηνή της παρέλασης καταλήγει στα τούνελ του µετρό στο Μανχάταν, τα οποία αναπαράχθηκαν σε κανονική κλίµακα στο στούντιο της Pinewood, το µεγαλύτερο στούντιο στον κόσµο γνωστό για τις ταινίες του 007.
Η δύο φορές υποψήφια για Όσκαρ ενδυµατολόγος Joanna Johnston διατήρησε το πνεύµα της κλασικής εµφάνισης του Indy µε το καπέλο και το δερµάτινο σακάκι. Ο πέντε φορές βραβευµένος µε Όσκαρ και 53 φορές υποψήφιος John Williams (Τα Σαγόνια του Καρχαρία-Jaws, Star Wars, E.T. ο Εξωγήινος- E.T. The Extra-Ter- restrial) υπέγραψε και πάλι τη µουσική για τον Indiana Jones. Ανάµεσα στα νέα µουσικά θέµατα ξεχωρίζει αυτό της Helena µε την εκπληκτική ερµηνεία της καταξιωµένης βιολίστριας Anne-Sophie Mutter.
Σενάριο: Jez Butterworth, John-Henry Butterworth, David Koepp, James Mangold
Σκηνοθεσία: James Mangold
Παίζουν: Harrison Ford, Phoebe Waller-Bridge, Antonio Banderas, John Rhys-Davies, Toby Jones, Boyd Holbrook, Ethann Isidore, Mads Mikkelsen
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Phedon Papamichael
Σκηνογραφία: Adam Stockhausen
Κοστούµια: Joanna Johnston
Μοντάζ: Michael McCusker, Andrew Buckland, Dirk Westervelt
Μουσική: John Williams
Νέα έρευνα παρουσιάζει τις προκλήσεις των ασθενών που ζουν με Σκληρόδερμα
Η χρόνια φλεγμονή έχει συνδεθεί με καρδιαγγειακά νοσήματα, διαβήτη και άλλες χρόνιες παθήσεις. Πώς μπορείτε…
-Οι απλές αλλαγές στην καθημερινότητα που περιορίζουν τις ενοχλήσεις Το καλοκαίρι οι καθημερινές μας συνήθειες…
Η καθημερινή μας ενυδάτωση ανήκει στα πρέπει μας. Πώς όμως μπορεί να ανήκει στα θέλω…
Το ημιμόνιμο μανικιούρ έχει κατακτήσει την καθημερινότητα πολλών γυναικών, χάρη στη μακρά διάρκειά του και…
Η διαλειμματική νηστεία (ΔΝ) αποτελεί ένα διατροφικό πρότυπο που βασίζεται στην εναλλαγή περιόδων κατανάλωσης τροφής…
Το τέλος του Ιουλίου σηματοδοτεί μια αλλαγή στο αστρολογικό σκηνικό, καθώς ο Ήλιος περνά στον…