Αρχική > Culture > Τα αινίγματα της Μόνα Λίζα: Η 24χρονη Λίζα Γκεραρντίνι, η κλοπή και τα ερωτικά ραβασάκια προς το ανεπανάληπτο έργο του Ντα Βίντσι

Τα αινίγματα της Μόνα Λίζα: Η 24χρονη Λίζα Γκεραρντίνι, η κλοπή και τα ερωτικά ραβασάκια προς το ανεπανάληπτο έργο του Ντα Βίντσι

Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην γνωρίζει τη Μόνα Λίζα. Την έχουμε δει ως πίνακα στο Μουσείο του Λούβρου, ένας πίνακας σήμα κατατεθέν του Λεονάρντο Ντα Βίντσι, ως έργο της Pop Art, σε καρτ ποστάλ, κούπες, μπλουζάκια μέχρι και αστεία memes.

Ο homo universalis της Αναγέννησης ζωγράφισε  τον πιο αινιγματικό πίνακα με το πιο μυστηριώδες χαμόγελο που γέννησε θεωρίες επί θεωριών για την κεντρική φιγούρα του.  Πρόκειται για μία ελαιογραφία σε ξύλο λεύκης, διαστάσεων 77 εκ. × 53 εκ. που ολοκληρώθηκε το 1519.

Λέγεται πως σαν σήμερα 3 Νοεμβρίου ο Ντα Βίντσι ξεκίνησε να ζωγραφίζει τη Μόνα Λίζα, αλλά τέσσερα χρόνια μετά την «παράτησε», κάτι που συνήθιζε ο σπουδαίος Αναγεννησιακός, ο οποίος, αργότερα, μετάνιωσε που «δεν ολοκλήρωσε ποτέ ούτε ένα έργο» Θεωρείται πως συνέχισε να ασχολείται με τη Μόνα Λίζα για τρία χρόνια αφότου εγκαταστάθηκε στη Γαλλία και πως την τελείωσε λίγο πριν πεθάνει.

Σήμερα είναι ένα από τα διασημότερα εκθέματα του μουσείου του Λούβρου.

Ποια ήταν τελικά η Μόνα Λίζα

Λέγεται ότι ο πίνακας πήρε το όνομά του από την 24χρονη Λίζα ντελ Τζοκόντο, που ήταν μέλος της οικογένειας Γκεραρντίνι από τη Φλωρεντία και την Τοσκάνη και σύζυγος του εύπορου έμπορου μεταξιού Φρανσέσκο ντελ Τζιοκόντο.

Η λέξη Mona που χρησιμοποιήθηκε λέγεται ότι προέρχεται από το «monna» (Madonna), που στον 16ο αιώνα στην Ιταλία ήταν προσφώνηση εφάμιλλη με το «κυρία».

Το πορτρέτο ήταν παραγγελία για το καινούριο τους σπίτι και για να γιορτάσουν τη γέννηση του δεύτερου γιου τους, Αντρέα.

Η Λίζα απεικονίζεται ως πιστή σύζυγος. Τα σκούρα ρούχα και το μαύρο πέπλο της ήταν επηρεασμένα από την ισπανική υψηλή μόδα.

Υπήρχαν αρκετές εκδοχές κατά καιρούς για την ταυτότητα της εικονιζόμενης γυναίκας, όπως για παράδειγμα η μητέρα του Λεονάρντο, η ερωμένη του συζύγου της Λίζα ντελ Τζοκόντο, η πλούσια καπριτσιόζα Ιζαμπέλα από τη Νάπολη και πάρα πολλές άλλες. Κάποιοι έφτασαν να ισχυριστούν ότι είναι ο ίδιος ο Ντα Βίντσι που πόζαρε για τον… εαυτό του.

Σήμερα οι απόψεις των ιστορικών της τέχνης συγκλίνουν στην άποψη πως ο πίνακας απεικονίζει όντως τη Λίζα ντελ Τζιοκόντο. Μάλιστα, ένα σημείωμα φαίνεται να επιβεβαιώνει ότι η γυναίκα με το αινιγματικό χαμόγελο είναι εκείνη.

Η ταυτότητά της αναγνωρίστηκε στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης το 2005 από έναν ειδικό που ανακάλυψε ένα σημείωμα του 1503 το οποίο είχε γράψει ο Αγκοστίνο Βεσπούτσι.

Ο Αγκοστίνο Βεσπούτσι στο σημείωμά του ισχυρίζεται ότι ο Λεονάρντο ζωγράφισε πράγματι την Λίζα ντελ Τζιοκόντο.

Η τεχνική που σε κοιτάζει στα μάτια

Αν κάτι είναι εξαιρετικά εντυπωσιακό στο αριστούργημα του Ντα Βίντσι είναι η ζωντάνια της. Νιώθει κανείς ότι πράγματι τον κοιτάζει κατάματα. Αν πάλι κάποιος αντικρίσει το πρωτότυπο έργο στο Λούβρο, νιώθει πως έχει μπροστά του ένα ζωντανό πλάσμα, το οποίο αλλάζει μπροστά στα μάτια του και μοιάζει λίγο διαφορετικό όταν το ξανά βλέπει.

Πώς όμως ο Leonardo κατάφερε να χαρίσει αυτή την απόκοσμη ζωντάνια στον πιο ξακουστό πίνακά του; Η απάντηση βρίσκεται στην τεχνική sfumato (σφουμάτο), την οποία εφηύρε ο ίδιος. Η συγκεκριμένη τεχνική βασίζεται στο ακαθόριστο περίγραμμα και τα απαλά χρώματα, που επιτρέπουν στις φόρμες να σβήνουν η μία μέσα στην άλλη.

Έτσι, η μορφή παραμένει αόριστη σα να εξαφανίζεται σε μία σκιά, ενώ παράλληλα αποφεύγεται η εντύπωση του στεγνού και του άκαμπτου, που έχουν άλλα έργα τέχνης. Αυτή λοιπόν η αινιγματική έκφραση της Μόνα Λίζα με το ελαφρύ μειδίαμα, που μοιάζει τόσο ελκυστική αλλά και απρόσιτη, έχει επιτευχθεί μέσω του σφουμάτο.

Το μειδίαμα της Τζοκόντα ήταν… της μητέρας του;

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα του πίνακα είναι το μειδίαμα της Τζοκόντα. Ο Ζίγκμουντ Φρόιντ θεώρησε ότι στο χαμόγελο της τζιοκόντας ο Λεονάρντο απεικόνισε το απωθημένο στο ασυνείδητο χαμόγελο της μητέρας του Κατερίνας.

Εκείνη ήταν μία φτωχή χωρική για την ταυτότητα της οποίας έχουν δοθεί αρκετές εκδοχές από διάφορους ιστορικούς, με την πλέον πρόσφατη να είναι εκείνη του Μάρτιν Κεμπ, κατά τον οποίον η γυναίκα λεγόταν Κατερίνα ντι Μέο Λίπι.

Το πλήρες όνομα του ντα Βίντσι, Λιονάρντο ντι σερ Πιέρο ντα Βίντσι σήμαινε «ο Λεονάρντο (γιος) του σερ Πιέρο από το Βίντσι», σύμφωνα με την παράδοση της εποχής, ο Λεονάρντο δεν είχε επίσημο επίθετο.

Η κλοπή και η ανάκριση στον… Πικάσο
Το σημείο του τοίχου του Λούβρου, στο οποίο βρισκόταν η Μόνα Λίζα, όπως φωτογραφήθηκε αφού κλάπηκε ο πίνακας

Η Μόνα Λίζα κλάπηκε στις 21 Αυγούστου του 1911. Ένας υπάλληλος του Λούβρου, από το Κόμο, ο Βιτσέντζο Περούτζια ένα βράδυ κρύφτηκε σε μία ντουλάπα και βγήκε από το μουσείο αφού αυτό είχε κλείσει, κρύβοντας τον πίνακα κάτω από το παλτό του.

Ο Περούτζια ως Ιταλός πίστευε πως ο πίνακας του Λεονάρντο έπρεπε να επιστραφεί στην Ιταλία και να εκτίθεται σε ιταλικό μουσείο. Πιθανώς βέβαια σχεδίαζε να τον πουλήσει «χρυσό». Αφού κράτησε τον πίνακα στο διαμέρισμά του για δύο χρόνια, τελικά συνελήφθη όταν προσπάθησε να τον πουλήσει στους διοικητές της πινακοθήκης Ουφίτσι στη Φλωρεντία. Τον έκρυβε στον διπλό πάτο ενός μπαούλου στο δωμάτιό του.

Ύποπτοι θεωρήθηκαν ο Γάλλος ποιητής Γκιγιώμ Απολλιναίρ και ο φίλος του, Πάμπλο Πικάσο, ο οποίος επίσης ανακρίθηκε, αλλά και οι δύο απαλλάχθηκαν των κατηγοριών. Ο πίνακας εκτέθηκε σε διάφορα μέρη σε όλη την Ιταλία και επεστράφη στο Μουσείο του Λούβρου το 1913.

Το αντίγραφο
Το αντίγραφο του πίνακα Μόνα Λίζα που δημιουργήθηκε την ίδια χρονική περίοδο με το αυθεντικό έργο, όπως αποκαλύφθηκε μετά την συντήρηση

Το 2012 ανακοινώθηκε πως στο Μουσείο ντελ Πράδο υπάρχει πίνακας που είναι αντίγραφο της Μόνα Λίζα και δημιουργήθηκε την ίδια χρονική περίοδο με τον αυθεντικό πίνακα. Ο πίνακας παλαιότερα θεωρούνταν ως ένα από τα πολλά μεταγενέστερα αντίγραφα του αρχικού έργου, ωστόσο μετά από επεξεργασία προέκυψε πως πιθανότατα δημιουργήθηκε παράλληλα με τον πρωτότυπο.

Ο δημιουργός του αντιγράφου δεν ήταν ο Λεονάρντο, αλλά πιθανότατα κάποιος μαθητής του, ίσως ο Φραντσέσκο Μέλτσι, που εργαζόταν στο ίδιο εργαστήριο με τον Ντα Βίντσι και ζωγράφισε το έργο την ίδια περίοδο που ο Ντα Βίντσι ζωγράφισε την Τζιοκόντα. Ο πίνακας απεικονίζει τη Μόνα Λίζα αρκετά νεότερη σε σχέση με την πρωτότυπη απεικόνισή της.

Επίσης η εικονιζόμενη δεν παρουσιάζεται εξιδανικευμένη στο αντίγραφο το οποίο για αυτό το λόγο ίσως αποτελεί μια πιο ακριβή περιγραφή της συγκεκριμένης γυναίκας. Χαρακτηριστικό του δεύτερου πίνακα είναι πως ο δημιουργός του έχει σχεδιάσει και φρύδια στην εικονιζόμενη, κάτι που λείπει πλήρως από τον αρχικό πίνακα.

Με δικό της γραμματοκιβώτιο και… ερωτικά ραβασάκια

Ο πίνακας πλέον ανήκει στο γαλλικό κράτος . Στο Μουσείο του Λούβρου, μάλιστα, έχει και το δικό της δωμάτιο με ειδική πρόσοψη από αλεξίσφαιρο γυαλί, το οποίο διατηρεί σταθερή την θερμοκρασία του πίνακα. Η κατασκευή του χώρου κόστισε περίπου 7 εκατομμύρια δολάρια.

Η δημοτικότητά της είναι τόσο μεγάλη, που έχει μέχρι και δικό της γραμματοκιβώτιο στο Λούβρο για να δέχεται γράμματα ή ακόμα και ραβασάκια ερωτικής εξομολόγησης από τους θαυμαστές της. Εξαιτίας όλων των παραπάνω, η Μόνα Λίζα είναι αδύνατο να κοστολογηθεί, καθώς θεωρείται «πραγματικά ανεκτίμητη».

Σύμφωνα με τον γαλλικό νόμο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, το έργο δεν μπορεί να πουληθεί ή να αγοραστεί. Ο διασημότερος πίνακας όλων των εποχών –ως μέρος της μόνιμης συλλογής του Λούβρου- ανήκει σε όλον τον κόσμο