Αρχική > Featured > Στον «Άμλετ» της Κατερίνας Ευαγγελάτου θα καταλάβεις πώς σκάβοντας μέσα σου… βρίσκεις μνήμες

Στον «Άμλετ» της Κατερίνας Ευαγγελάτου θα καταλάβεις πώς σκάβοντας μέσα σου… βρίσκεις μνήμες

Μια ιστορία εκδίκησης αποτελεί τη βάση για να αναπτυχθεί το πιο κορυφαίο φιλοσοφικό ποίημα που γράφτηκε ποτέ, ένα πολυσύνθετο έργο, που άλλαξε την πορεία της ανθρώπινης σκέψης και επηρέασε όσο σχεδόν κανένα άλλο, ένα ευρύ φάσμα στοχαστών, επιστημόνων και δημιουργών από την εποχή που γράφτηκε μέχρι σήμερα.

Ο λόγος για τον «Άμλετ» του Σαίξπηρ, όπου παρακολουθούμε την τραγική ιστορία του ομώνυμου Δανού πρίγκιπα, που σχεδιάζει την εκδίκηση εναντίον του βασιλιά θείου του για τη δολοφονία του πατέρα του, που ήταν στο θρόνο.

Αυτή η οργή και το εκδικητικό μένος του Άμλετ αποτελούν μία στοχαστική μελέτη αναφορικά με την έννοια της αυτοδικίας, αλλά και έναν βαθύ στοχασμό για την αιματηρή πορεία της ανθρωπότητας.

Ποια είναι τα όρια ανάμεσα στο “είναι” και το “φαίνεσθαι”, ανάμεσα στην γνώση και την άγνοια; Υπάρχει τελικά η απόλυτη αλήθεια; Γιατί δρούμε και γιατί παραμένουμε αδρανείς; Η τέχνη του Θεάτρου πώς αποκαλύπτει την πυρηνική μας αλήθεια; Ποιος φόβος κινεί την ύπαρξή μας; Και ποιους μηχανισμούς άμυνας ενεργοποιεί το πένθος;

Η Κατερίνα Ευαγγελάτου σκηνοθετεί τον «Αμλετ» στο σπίτι της, στο «Αμφι-Θέατρο» στην οδό Ανδριανού στην Πλάκα, οκτώ χρόνια μετά το κλείσιμό του, αλλά και 28 χρόνια μετά την εμβληματική παράσταση του ίδιου έργου σε σκηνοθεσία του πατέρα της, Σπύρου Α. Ευαγγελάτου. Μαζί με τους συνεργάτες της κατάφεραν να εξασφαλίσουν την επαναλειτουργία της ιστορικής σκηνής, μόνο για την παραγωγή του «Άμλετ» και μόνο για μία σεζόν.

Το infowoman παρακολούθησε την παράσταση και τη συστήνει ανεπιφύλακτα για τους εξής λόγους:

-Για το κλείσιμο του ματιού στον χρόνο και τη σκηνοθετική οπτική της Κατερίνας Ευαγγελάτου που δίνει στο σαιξπηρικό έργο νέα πνοή και στήνει έναν δημιουργικό και συναισθηματικά φορτισμένο διάλογο με το παρελθόν. Σκηνικά αντικείμενα της πριν από 28 χρόνια παράστασης – τα ξύλινα σανίδια και τη νεκροκεφαλή του Γιώργου Πάτσα- έρχονται στο φως μέσω μίας ιδιότυπης ανασκαφής στον χρόνο. Μιας ανασκαφής που φτάνει στο χώμα της παλιάς γενιάς, αγγίζει τον θάνατο και γίνεται έναν μ΄αυτόν. Μέσα από τις στάχτες αυτές του παρελθόντος, η Ευαγγελάτου ανορθώνει το παρόν και στήνει το μέλλον.

Ναι, η τέχνη του Θεάτρου αποδεικνύεται θνησιγενής, η παλαιά γενιά εξαφανίζεται δίνοντας τη θέση της στη νέα, ενώ το νήμα των τριάντα ετών σαν φάντασμα συνδέει τον παλιό Φόρτινμπρας με τον νέο, τον παλιό Άμλετ με τον γιο του, και την παράσταση του 1991 με την φετινή.

Συνδετικός κρίκος ο Γιάννης Φέρτης, ο αλλοτινός νεαρός Άμλετ που τώρα εμφανίζεται σε βίντεο ως φάντασμα του… Πατρός. Τι ωραίοι και σύνθετοι παραλληλισμοί μέσα σε μία παράσταση. Τι όμορφα που μπλέκεται το προσωπικό στοιχείο της σκηνοθέτιδας με το καλλιτεχνικό και πόσο συγκινητικό είναι να τη φαντάζεσαι να στήνει τον δικό της Άμλετ μέσα από τις αναμνήσεις της (η μητέρα της Λήδα Τασοπούλου ενσάρκωνε τότε την Οφηλία), αλλά και μέσα από τη δική της εξελιγμένη οπτική στο σαιξπηρικό αυτό κείμενο.

– Για το πρόσωπο του Άμλετ, έτσι όπως τον φαντάστηκε η Κατερίνα Ευαγγελάτου. Έναν ήρωα που έχει συζητηθεί όσο κανείς και έχει ιδωθεί και ερμηνευθεί με άπειρους τρόπους. Ως πολιτικό επαναστάτη, ως ιδεολόγο που αρνείται να υποταχθεί στην εξουσία, ως ηθικολόγο που ανισορροπεί ανάμεσα στο καλό και στο κακό, ανάμεσα στο ηθικό και το ανήθικο, αλλά και ως φιλόσοφο που προτάσσει μία διαρκή αμφισβήτηση για τα πάντα. Δεν είναι λίγοι αυτοί που διακρίνουν σ΄αυτόν ένα έντονο Οιδιπόδειο σύμπλεγμα που τον γεμίζει με εκδικητική μανία… Αυτός ο Άμλετ που ενσαρκώνει ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος είναι τα πάντα και τίποτα μαζί. Σκάβει βαθιά στην ψυχή του στην προσπάθειά του να ακολουθήσει τη συμβουλή του πατέρα του για να τον… «θυμάται». Στήνει μέσα του έναν διάλογο μνήμης, αποζητά ένα νόημα, ψάχνει έναν χώρο προκειμένου να ζήσει μακριά απ΄όλους και απ΄όλα. Αποξενωμένος, απομονωμένος, πάνω στον χωμάτινο λόφο που δεσπόζει στη σκηνή. Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος κατάφερε να σηκώσει το βάρος του ρόλου του – συγκλονιστικά αφοπλιστικός τις στιγμές που ξήλωνε με μανία το ξύλινο δάπεδο- μολονότι κάποιες στιγμές αδυνατούσε να ισορροπήσει στις ψυχικές μεταπτώσεις του ήρωά του επιλέγοντας την «ασφάλεια» ενός επιδερμικού υπερπαιξίματος που μας αποσυντόνιζε.

– Για το σύνολο των ερμηνειών που κατάφεραν να δώσουν σάρκα κι οστά στο όραμα της Κατερίνας Ευαγγελάτου. Η Άννα Μάσχα δίνει μία απόλυτα ισορροπημένη και υπόγεια δυναμική ερμηνεία στον ρόλο της Γερτρούδης, ο Νίκος Ψαρράς στιβαρός στον ρόλο του Κλαύδιου, υποκριτικός χαμαιλέοντας ο πάντα εξαιρετικός Γιάννης Κότσιφας, ισορροπημένα εύθραυστη η Αμαλία Νίνου ως Οφηλία -η οποία ποτέ δεν καταλάβαμε γιατί στο παραλήρημά της περιδιαβαίνει τη σκηνή γυμνή, χωρίς εσώρουχο, από κάτω- και  εκπληκτικός ο Δημήτρης Παπανικολάου στον ρόλο του Πολώνιου. Με καλές στιγμές και οι δεύτεροι ρόλοι της παράστασης (Μιχάλης Μιχαλάκης, Κυριάκος Σαλής, Βασίλης Μπούτσικος και Κλέαρχος Παπαγεωργίου), αν και σε κάποιες στιγμές «πάσχιζαν» να ενταχθούν σ΄αυτήν.

– Για το σκηνικό που έστησε με φαντασία η Θάλεια Μέλισσα εκμεταλλευόμενη τη φυσική φθορά του Αμφιθεάτρου, 8 χρόνια μετά το κλείσιμό του. Οι ξεφτισμένοι τοίχοι, τα παλιά ξεθωριασμένα καθίσματα, τα σανίδια που σταδιακά ξηλώνονται από τον πρωταγωνιστή, ο ετοιμόρροπος εξαερισμός… όλα δένουν με την κατάρρευση του Βασιλείου της Δανίας ή μάλλον γίνονται ένα με το βασίλειο της Δανίας μ΄έναν τρόπο πραγματικά ευφυή.

– Για τη μουσική του Σταύρου Γασπαράτου που χαρίζει στην παράσταση έναν μοναδικό ρυθμό και σκιαγραφεί μία επιβλητική ατμόσφαιρα.

– Για την έναρξη και το συγκλονιστικό τέλος της. Τα δύο σημεία που οι δύο παραστάσεις, αυτή του 1991 και αυτή του 2020 έρχονται σε επαφή. Την αρχή όπου προβάλλεται στο βάθος της σκηνής το βίντεο με την υποκλιση του θιάσου της παλαιάς παράστασης και σηματοδοτεί τόσο εύστοχα την αλλαγή σκυτάλης των γενεών και το τόσο σεμνό τέλος, όπου προβάλλεται βουβά η εντυπωσιακή σκηνή της ξιφομαχίας του Άμλετ με τον Λαέρτη, ενώ οι ηθοποιοί της τωρινής παράστασης αναπαριστούν με λόγια τη σκηνή.