Αρχική > Featured > Στις «Τρεις Αδελφές» θα καταλάβεις πως η Μόσχα βρίσκεται εντός σου

Στις «Τρεις Αδελφές» θα καταλάβεις πως η Μόσχα βρίσκεται εντός σου

Οι τρεις αδελφές οραματίζονται μια λαμπερή ζωή, μακριά, στη Μόσχα. Ο καιρός ωστόσο περνάει και αυτές συνεχίζουν να είναι «κολλημένες» σε μια μικρή επαρχιακή πόλη της Ρωσίας, όπου τίποτα δε συμβαίνει. Εξαντλούνται κοιτάζοντας το παρελθόν, σε όνειρα και φλυαρίες. Αδυνατούν να αναλάβουν την ευθύνη της ίδιας τους της ζωής, βουλιάζουν στον συμβιβασμό και στην πραγματικότητα δε ζουν. Ονειροβατούν πηγαίνοντας με την… όπισθεν.

Το έργο του Αντόν Τσέχωφ, γραμμένο το 1900, καταδεικνύει ένα σύστημα αδράνειας και απραξίας που παλεύει με τη λαχτάρα για ζωή. Ουσιαστικά αποτελεί μια κωμωδία της απελπισίας, που αποκαλύπτει την αδυναμία του ανθρώπινου όντος για ευτυχία, το ασύμπτωτο του έρωτα και τον καλπασμό μιας νέας τάξης πραγμάτων που έρχεται να σαρώσει οτιδήποτε ξεπερασμένο και παρηκμασμένο.

Εμείς είδαμε την πολυσυζητημένη αυτή παράσταση που σκηνοθετεί ο Δημήτρης Καραντζάς στο θέατρο Βεάκη και σας την συστήνουμε ανεπιφύλακτα για τους εξής λόγους:

  • Καταρχάς για τη σκηνοθετική ματιά του Δημήτρη Καραντζά που επιχείρησε μια νέα και ουσιαστική «επίσκεψη» στο έργο αυτό. Οι εμβληματικές ηρωίδες του Τσέχωφ δεν είναι στην ηλικία που ορίζει το έργο του. Φαίνονται γερασμένες, έχουν άσπρα μαλλιά. Γιατί οι μνήμες βαραίνουν και η πλήξη, η αδράνεια και η στασιμότητα γερνάει και μάλιστα εκ των έσω. Ψάχνουν τη Μόσχα τους, μία ακτίδα φωτός να φωτίσει τη ζωή τους, αλλά μάταια. Ζουν σ’ ένα ασφυκτικό τοπίο μνήμης, όπου δε «χωράνε» να ζήσουν. Έρχονται αντιμέτωπες με τις επιλογές τους, με τους ίδιους τους εαυτούς τους και δεν μπορούν να ξεγλιστρήσουν. Ασφυκτιούν, δεν έχουν αέρα, αδυνατούν να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους και να έρθουν αντιμέτωπες με το παρόν. Και τελικά αναζητώντας την ιδανική εικόνα της ευτυχίας, δε ζουν, δε βρίσκουν ποτέ τη Μόσχα τους, μαστίζονται από την αίσθηση του ανικανοποίητου και έτσι, απλώς συνεχίζουν να ζουν βουτηγμένες μέσα στην απελπισία.
  • Για τη σκηνογραφία της παράστασης που έχει επιμεληθεί η Μαρία Πανουργιά και τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη. Η σκηνή αρχικά είναι άδεια. Δεν υπάρχει τίποτα. Μόνο οι Τρεις Αδελφές που στέκονται και φωτογραφίζονται. Σιγά σιγά η σκηνή γεμίζει ασφυκτικά από αντικείμενα, από κομμάτια του παρελθόντος -όπως τα ρωσικά σαμοβάρια, μέχρι και μία τούρτα με αναμμένο το κεράκι. Στο δεύτερο μέρος ο συνωστισμός είναι τόσο μεγάλος που οι ήρωες δεν περπατούν, σκαρφαλώνουν και πατούν πάνω στα έπιπλα και στις αναμνήσεις τους, στριμώχνονται στο προσωπικό τους χρονοντούλαπο και μένουν εκεί… αδρανοποιημένοι. Σαν να ετοιμάζονται για μία μετακόμιση στη δική τους Μόσχα, όμως αυτή δεν έρχεται ποτέ. Ούτε όταν ο πελώριος ξύλινος τοίχος -που πέφτει σαν λαιμητόμος στα κεφάλια των ηρώων- γκρεμίζεται για λίγο και οι ηρωίδες ανασαίνουν, παίρνουν λίγο αέρα στροβιλιζόμενες με τα παιδικά τους φουστανάκια στις χιονονιφάδες.

  • Για τις υπέροχες ερμηνείες της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη και της Μαρίας Κεχαγιόγλου στους ρόλους της Όλγας και της Μάσας. Η τρίτη αδελφή, η Αθηνά Μαξίμου ως Ιρίνα είχε κάποιες πολύ καλές στιγμές, ωστόσο πρέπει να τιθασεύσει κι άλλο τα κινησιολογικά της μέσα. Θα μας άρεσε μία ακόμη πιο έντονα σαρκαστική και εκνευριστική Νατασσα (Σύρμω Κεκέ) και ένας πιο στιβαρός Βερσίνιν (Αιμίλιος Χειλάκης). Εξαιρετικός για άλλη μια φορά ο Γιάννης Κλίνης, αλλά και ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης στους ρόλους του Κουλίγκιν και του Αντρέι αντίστοιχα. Πολύ λειτουργικές και εύστοχες οι ερμηνείες του Δημήτρη Πιατά (Τσεμπουτίκιν) και του Νίκου Μάνεση (Φεντότικ). Αμήχανες η Υβόννη Μαλτέζου (Ανφίσα) και η Ευδοξία Ανδρουλιδάκη (Φέραποντ).
  • Για την ατμοσφαιρική μουσική του Δημήτρη Καμαρωτού, που -ειδικά στο τέλος- ξεφεύγει από τα ειωθότα, αποκτά στίχους και καταλήγει σ’ ένα μελωδικό τραγούδι.
  • Γιατί τελικά γίνεται απόλυτα κατανοητό πως για να ζήσεις, πρέπει να πράξεις. Και πως τελικά η «Μόσχα» βρίσκεται εντός μας, είμαστε εμείς οι ίδιοι, οι επιλογές μας και η στάση μας στο τώρα, το παρόν. Και αν δεν προσπαθήσουμε να φτάσουμε σ΄αυτήν την… Μόσχα εμπράκτως, δε θα ζήσουμε. Θα γεράσουμε βουλιάζοντας μέσα στις αναμνήσεις μας.