Αρχική > Αφιέρωμα > «Σκότωναν ό,τι έβρισκαν ζωντανό»: 76 χρόνια από τη Σφαγή του Διστόμου, το ειδεχθέστερο έγκλημα των Ναζί

«Σκότωναν ό,τι έβρισκαν ζωντανό»: 76 χρόνια από τη Σφαγή του Διστόμου, το ειδεχθέστερο έγκλημα των Ναζί

«Εδώ ’ναι το πικρό το χώμα του Διστόμου.

Ω, εσύ διαβάτη, όπου πατήσεις, να προσέχεις

εδώ πονά η σιωπή, πονάει κι η πέτρα κάθε δρόμου

κι απ’ τη θυσία κι απ’ τη σκληρότητα του ανθρώπου.

Εδώ μια στήλη απλή, μαρμάρινη, όλη κι όλη

με ονόματα σεμνά, κι η Δόξα τα ανεβαίνει

λυγμό-λυγμό, σκαλί-σκαλί, μεγίστη σκάλα»

Επίγραμμα για το Δίστομο ~ Γιάννης Ρίτσος 

Ήταν το πρωινό της 10ης Ιουνίου του 1944. Ο 26χρονος τότε Φριτς Λάουτενμπαχ, λοχαγός των SS λαμβάνει τη διαταγή να μετακινήσει τον λόχο του από την Λειβαδιά προς τα χωριά Δίστομο, Στείρι και Κυριάκι με σκοπό τον εντοπισμό ανταρτών στην δυτική πλευρά του Ελικώνα.

Δύο επιταγμένα ελληνικά φορτηγά γεμάτα άνδρες των SS μεταμφιεσμένους σε χωρικούς, τα οποία προπορεύονταν της βασικής γερμναικής φάλαγγας, λειτουργούν σαν δόλωμα. Την ίδια στιγμή ο 10ος και 11ος λόχος του 3ου τάγματος από την Άμφισσα κατευθυνόταν προς το Δίστομο για να συναντήσουν τον 2ο λόχο.

Οι τρεις λόχοι συναντήθηκαν χωρίς να έχουν εντοπίσει αντάρτες εκτός από 18 παιδιά που κρύβονταν σε γύρω στάνες. Έξι από αυτά προσπάθησαν να δραπετεύσουν κι εκτελέστηκαν. Γερμανοί μπήκαν στο Δίστομο και εκφοβίζοντας τους χωρικούς έμαθαν ότι υπήρχαν αντάρτες στο Στείρι. Ο 2ος λόχος κατευθύνθηκε προς τα εκεί και στην θέση Λιθαράκι, περιοχή του Στειρίου, έπεσε σε ενέδρα των ανταρτών του 11ου λόχου του 3ου τάγματος του 34ου συντάγματος του ΕΛΑΣ. Η μάχη του Στειρίου ήταν σκληρή και κράτησε περίπου μέχρι τις δύο το μεσημέρι αναγκάζοντας τους Γερμανούς σε οπισθοχώρηση.

Αν και από το χωριό Δίστομο τα Γερμανικά στρατεύματα δεν δέχθηκαν κάποια πρόκληση (παρόλο που μεταπολεμικά το ισχυρίστηκαν οι Γερμανοί κατηγορούμενοι της σφαγής), για λόγους αντεκδίκησης ο 2ος λόχος του 8ου Συντάγματος της 4ης Αστυνομικής Τεθωρακισμένης Μεραρχίας Γρεναδιέρων των SS άρχισε την σφαγή όσων κατοίκων έβρισκαν στο χωριό.

Σφαγιάζουν όποιον βρίσκουν ζωντανό

Το μένος τους ήταν πρωτοφανές. Δεν ξεχώριζαν ούτε παιδιά, ούτε γυναίκες, ούτε ηλικιωμένους. Αποκεφάλισαν τον ιερέα του χωριού, εκτέλεσαν βρέφη και βίασαν λυσσαλέα γυναίκες, προτού τις σκοτώσουν κι αυτές.

Τη σφαγή σταμάτησε η νύχτα, οπότε και αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στη Λειβαδιά, αφού πυρπόλησαν τα σπίτια του μαρτυρικού χωριού. Οι εκτελέσεις συνεχίστηκαν και κατά την επιστροφή των Γερμανών στην βάση τους, καθώς αφαιρούσαν τη ζωή όποιου βρισκόταν στο δρόμο τους.

Οι νεκροί του Δίστομου έφτασαν τους 228, εκ των οποίων οι 117 γυναίκες και 111 άντρες, ανάμεσά τους 53 παιδιά κάτω των 16 χρόνων. Η μαρτυρία του απεσταλμένου του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού Eλβετού George Wehrly ο οποίος έφτασε στο Δίστομο μετά λίγες μέρες μιλάει για 600 νεκρούς στην ευρύτερη περιοχή, με πτώματα να κρέμονται ακόμα και απο δέντρα περιμετρικά του δρόμου που οδηγεί στο χωριό.

Τις 24 Ιουνίου 1944, οι Γερμανοί επανήλθαν και έκαψαν τα σπίτια και τις θημωνιές στα αλώνια του Στειρίου, χωρίς ανθρώπινες απώλειες αφού οι κάτοικοι του είχαν προλάβει να κρυφτούν σε γειτονικές δύσβατες περιοχές του χωριού.

Η πρωτοφανής θηριωδία έγινε αμέσως γνωστή μέσω του BBC στο εξωτερικό και προκάλεσε την κατακραυγή της διεθνούς κοινής γνώμης. Η Γερμανική Διοίκηση της Αθήνας επέρριψε την ευθύνη αποκλειστικά στους κατοίκους του Διστόμου, επειδή, όπως ανέφερε σε ανακοίνωσή της, δεν συμμορφώθηκαν με τις στρατιωτικές εντολές.

Μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα, το Ελληνικό Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου μπόρεσε να ανακαλύψει τον υπεύθυνο της Σφαγής, Χανς Ζάμπελ, ο οποίος είχε καταφύγει στο Παρίσι και είχε συλληφθεί. Οι γαλλικές αρχές τον παρέδωσαν στις ελληνικές, οι οποίες τον προφυλάκισαν.

Τον Αύγουστο του 1949 ομολόγησε την έκταση των γερμανικών θηριωδιών στο Δίστομο, αλλά δικαιολογήθηκε ότι εκτελούσε διαταγές ανωτέρων του. Κατά τη διάρκεια της προφυλάκισής του, ο Ζάμπελ εκδόθηκε προσωρινά στη Δυτική Γερμανία για άλλη υπόθεση, αλλά δεν επέστρεψε ποτέ στην Ελλάδα για να αντιμετωπίσει τις συνέπειες των πράξεών του.

Μαρτυρίες που λυγίζουν και τους πιο σκληρούς

«Αντίκρισα στη μέση του σπιτιού την αδελφή μου ανάσκελα, γυμνή από τη μέση και κάτω. Το φουστάνι της ήταν γυρισμένο προς τα πάνω και σκέπαζε το σχισμένο και κομματιασμένο στήθος της, το πρόσωπό της ήταν παραμορφωμένο, όλο το σώμα της κατακομματιασμένο. Μα το χειρότερο και φρικαλεότερο θέαμα ήταν, όταν από τη στάση του σώματός της κατάλαβα ότι οι Γερμανοί είχαν βιάσει το άψυχο κορμί της. Δίπλα της βρισκόταν το τεσσάρων μηνών κοριτσάκι της λογχισμένο, με σπασμένο το κεφαλάκι του, και στο στόμα του είχε τη ρώγα του στήθους της μάνας του που είχαν κόψει εκείνοι οι κανίβαλοι. Το άλλο κοριτσάκι της, η 6χρονη Ελένη, βρισκόταν στο κατώφλι του σπιτιού μέσα σε μια λίμνη αίματος με βγαλμένα τα σπλάχνα του. Το είχαν ξεκοιλιάσει με μαχαίρι. Το αγόρι της, ο 3χρονος Γιάννης, το βρήκα νεκρό στην αυλή με λιωμένο κεφάλι», αφηγήθηκε ενας εκ των επιζώντων της σφαγής.

«Κατά τις δέκα το πρωί στις 10 Ιουνίου 1944 μέρα Σάββατο κατέβηκα από το πατρικό μου και πήγα στο καφενείο του Μαράλιου. Καθόμουνα με δυο – τρεις άλλους. Περνάει από κει το μικρό ανηψάκι μου, ο Γιάννης της αδερφής μου Φρόσως Σταθά, το γένος Περγαντά. Το φώναξα και του έδωσα μια ρουφηξιά ούζο. Ύστερα έφυγε να παίξει. Σε λίγο ακούμε φωνή τρομαγμένη «έρχονται οι Γερμανοί».Πεταχτήκαμε και μέσα από το στενό του Μάριου προς τα Μεσινά ανέβηκα στου Καρσνά το ρέμα, προς τα λακκώματα. Εκεί έμεινα και είχα στραμμένη την προσοχή μου στο χωριό με αγωνία. Είδα [……], ώσπου όταν βασίλεψε ο ήλιος κι έπαιρνε να νυχτώσει οι γερμανικές φάλαγγες τράβηξαν για τη Λιβαδειά. Τότε κατεβαίνω κι εγώ προς το χωριό. Φτάνω σε απόσταση διακόσια μέτρα από τα πρώτα σπίτια. Το σπίτι της αδερφής μου Φρόσως ήταν στην άκρη. Ακούω μια γυναικεία φωνή να σκούζει, να οδύρεται, να θρηνολογεί. Ήταν η μάνα μου. Φτάνω τρέχοντας και τι να δω! Την αδερφή μου κομματιασμένη, βιασμένη, κατακρεουργημένη. Κατασκισμένα ρούχα και σάρκες είχαν γίνει ένα. Το αίμα έτρεχε από τα σκέλια της. Τα βυζιά της κατασφαγμένα, φέτες. Το πρόσωπό της παραμορφωμένο και σ’ όλο το σώμα σημάδια άγριας πάλης. Δίπλα της σε μια κούνια το μικρό κορίτσι της τη Ζωή, εφτά μηνών, το είχαν ξεκοιλιάσει, του είχαν κόψει το λαιμό και κρέμονταν τα λαρύγγια του στο στήθος μπλεγμένα με τα βγαλμένα έντερα», ανέφερε άλλος επιζών.

«Μόλις φτάσαμε στα Μαλαμέικα, μπροστά στο χάνι του Μαλάμου που καιγόταν όπως και το Σφουντουρέικο που λαμπάδιαζε ως πάνω, πετιέται ένα σκυλί από την αυλόπορτα κλαίγοντας και αρποκολλήθηκε απάνω μου και με τραβούσε να πάω κατά την αυλή. Θρηνούσε σαν άνθρωπος και κρεμαλιάστηκε και στα άλλα τα παιδιά. Κάπου ήθελε να μας πάει, κάποια βοήθεια ζητούσε. Μου σπάραζε την καρδιά», αναφέρει τρίτη μαρτυρία.

Η φωτογραφία – σύμβολο

Πρόκειται για φωτογραφίας του αμερικανικού περιοδικού LIFE με την γυναίκα -σύμβολο της Σφαγής του Διστόμου, Μαρία Παντίσκα.

Λίγους µήνες µετά τη Σφαγή, ο Dmitri Κessel, ανταποκριτής του περιοδικού LIFE επισκέφθηκε το Δίστοµο για ρεπορτάζ. Αποθανατίζει τη Μαρία Παντίσκα ( η οποία πέθανε το 2009), να στέκεται όρθια µπροστά σε µια σκάφη και να πλένει τα µαύρα ρούχα της στην αυλή. Η φωτογραφία δηµοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό στις 29 Νοεµβρίου του 1944.

Ο τίτλος του κειµένου ήταν «Τι έκαναν οι Γερµανοί στην Ελλάδα» και η λεζάντα ανέφερε: «Η Μαρία Παντίσκα ακόµη κλαίει µε λυγµούς, δύο µήνες αφότου οι Γερµανοί σκότωσαν τη µητέρα της σε σφαγή στην ελληνική πόλη Δίστοµο».

Σήμερα, στο μαρτυρικό χωριό, αξίζει κανείς να επισκεφθεί το Μουσείο Θυμάτων Ναζισμού, το οποίο λειτουργεί από το 2005, και περιέχει πλούσιο υλικό από τις μαύρες εκείνες ημέρες.