Δεν έχουν περάσει δύο μήνες από την κυκλοφορία του και το νέο βιβλίο της Σοφίας Δημοπούλου έχει ήδη καταφέρει να κερδίσει το ενδιαφέρον του αναγνωστκού κοινού. Στο πέμπτο της μυθιστόρημα με τίτλο «Πώς υφαίνεται ο χρόνος» η συγγραφέας διερευνά τις αντοχές του χρόνου και υποστηρίζει με σθένος ότι το παρελθόν επιστρέφει.

Πόσες φορές άλλωστε δεν έχουμε ανατρέξει στο παρελθόν για να θυμηθούμε τα λάθη μας και να γίνουμε καλύτεροι στο μέλλον, να πάρουμε δύναμη κι ελπίδα από τις δυσκολίες που καταφέραμε να ξεπεράσουμε και να μπορέσουμε να πορευτούμε στη ζωή με περισσότερη σιγουριά και αυτοπεποίθηση! Έτσι κι αλλιώς, όπως λέει και η συγγραφέας, «πάντα με οδηγό τις παλιές εμπειρίες προχωράμε». Η Σοφία Δημοπούλου μιλάει αποκλειστικά στο Infowoman.gr για το νέο της βιβλίο και από πού άντλησε έμπνευση για τη συγγραφή του, για τις ηρωίδες της και για τη δική της σχέση με το παρελθόν.

Η πλοκή του βιβλίου

Η Νάνα, μια αρχιτεκτόνισσα που πάσχει από κρίσεις πανικού, βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή της ζωής της αφού καλείται να πάρει σημαντικές αποφάσεις, όπως το να κρατήσει το παιδί που κυοφορεί. Σε μια αναπαλαίωση του αρχοντικού της οικογένειας του Ιωάννη Αντωνόπουλου, ανακαλύπτει ένα παλιό χειρόγραφο από το οποίο μαθαίνει πολλά για την ιστορία της οικογένειας που εντέλει συνδέεται με την ιστορία και της δικής της. Μέσα από το χειρόγραφο μαθαίνει, επίσης, και για την Ανθή Γεραμάκη, η οποία λόγω των προκαταλήψεων της κοινωνίας του τέλους του 19ου αιώνα, αναγκάζεται να στερηθεί το δικαίωμα της μητρότητας, και να αλλάξει ακόμα και την ταυτότητά της. Η τέχνη της -είναι πολύ καλή υφάντρα- και το πείσμα της για ζωή θα τη βοηθήσουν να ξαναβρεί τα κομμάτια του εαυτού της. Η Νάνα θα εμπλακεί συναισθηματικά με την ιστορία της Ανθής και αυτή η εμπλοκή θα τη μεταμορφώσει…


Από πού αντλήσατε έμπνευση για το βιβλίο σας;

«Είμαι πια σε μια ηλικία που αρχίζω να κάνω μικρούς ή μεγάλους απολογισμούς. Με απασχολεί ο χρόνος που περνά και πιάνω πολλές φορές τον εαυτό μου να γυρίζει πίσω στο παρελθόν, να βρω τα λάθη και τα σωστά μου. Έτσι λοιπόν θέλησα να γράψω μια ιστορία για την επίδραση του παρελθόντος χρόνου στο παρόν μας. Το έναυσμα δόθηκε όταν διάβασα την ιστορία μιας απλής υφάντρας που έμεινε αλησμόνητη στις επόμενες γενιές μέσα από την τέχνη της. Η ιστορία της υφάντρας μου έδωσε την άκρη του νήματος της αφήγησης».

Περιγράψτε μας τις ηρωίδες του βιβλίου. Ποια από τις δύο είναι η αγαπημένη σας και γιατί;

«Δύο είναι οι κεντρικές ηρωίδες: Η Νάνα, μια σύγχρονη γυναίκα που φοβάται να αντιμετωπίσει τη ζωή της, πάσχει από κρίσεις πανικού και είναι διχασμένη ανάμεσα στην καριέρα και τη μητρότητα και η Ανθή, η υφάντρα του τέλους του 19ου αιώνα, που λόγω των προκαταλήψεων της εποχής στερήθηκε τα πάντα και πάλεψε πολύ στη ζωή της για να τα ανακτήσει. Η τέχνη της και η δύναμη της ψυχής της τη βοήθησαν να βρει το δρόμο της προς την ευτυχία. Και τις δυο τις αγαπώ, ακουμπώ όμως λίγο περισσότερο στην προσωπικότητα της Νάνας, είτε γιατί τη θεωρώ πιο ευάλωτη, είτε γιατί ο χαρακτήρας της έχει πολλά στοιχεία από εμένα».

Η ηρωίδα σας, η Νάνα, υποφέρει από κρίσεις πανικού, ένα πρόβλημα που αποτελεί «μάστιγα» στην εποχή μας. Γιατί θελήσατε να το θίξετε;

«Οι κρίσεις πανικού είναι μια ασθένεια της σύγχρονης εποχής. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι υποφέρουμε -έχω περάσει κι εγώ από αυτή τη στενωπό- γιατί δεν ζούμε σύμφωνα με τις δικές μας επιθυμίες, αλλά σύμφωνα με τα ατέλειωτα «πρέπει» του κοινωνικού περιβάλλοντος. Είναι μια κατάσταση τρομακτική, αλλά όταν την ξεπερνάς αισθάνεσαι διπλά ευτυχισμένη για όσα έχεις καταφέρει.

«Πρέπει να μάθουμε να εκτιμούμε αυτά που έχουμε»

Ο λόγος που θέλησα να το θίξω ως ζήτημα είναι γιατί όλο και περισσότεροι άνθρωποι πάσχουν σήμερα από αυτό. Πρέπει να μάθουμε να εκτιμούμε αυτά που έχουμε, να πατάμε γερά στα πόδια μας, να μην επιδιώκουμε την τελειότητα, γιατί οι άνθρωποι είμαστε ατελείς, να καταλαβαίνουμε τη δύναμη της ψυχής μας και να εστιάζουμε την προσοχή μας στην όμορφη και ελπιδοφόρα πλευρά της ζωής. Τότε και οι κρίσεις πανικού απαλύνονται».

Πώς βοηθά στην πλοκή της ιστορίας σας η ένταξη υπαρκτών προσώπων;

«Τα ιστορικά πρόσωπα δεν μπήκαν τυχαία στην αφήγηση, μόνο και μόνο γιατί έζησαν την αντίστοιχη χρονική περίοδο. Μπήκαν διότι η προσωπικότητά τους και η ζωή τους έγιναν παραδείγματα για τους άλλους με κάποιο τρόπο. Ήταν πνεύματα ανήσυχα και πρωτοπόρα και με τη στάση ζωής τους επηρέασαν τη ζωή των φανταστικών μου ηρώων.

«Τα φανταστικά πρόσωπα στο αφήγημα δέχονται επιδράσεις από τα ιστορικά»

Για παράδειγμα, η ζωγράφος Σοφία Λασκαρίδου ήταν μια γυναίκα με όνειρο να σπουδάσει στη Σχολή Καλών Τεχνών της εποχής, πράγμα που απαγορευόταν για τις γυναίκες τότε και έδωσε αγώνα γι’ αυτό. Η ηρωίδα μου η Όλγα, ακολουθεί το παράδειγμά της και ονειρεύεται να σπουδάσει ιατρική, προσπαθεί μάλιστα να πετύχει ακρόαση από τον βασιλιά προκειμένου να της επιτραπεί η φοίτησή της, πράγμα που έκανε και η ίδια η Λασκαρίδου στην πραγματική ζωή. Τα φανταστικά πρόσωπα στο αφήγημά μου δέχονται επομένως επιδράσεις από τα ιστορικά, άμεσα ή έμμεσα. Επιπλέον, δεν μπορώ να ορίσω το ιστορικό πλαίσιο που καθορίζει τις ζωές των ηρώων μου, δίχως να αναφερθώ στους πρωταγωνιστές της Ιστορίας εκείνης της περιόδου, όπως ο Χαρίλαος Τρικούπης ή ο Δηλιγιάννης».

Στη ζωή σας υπήρξαν περιπτώσεις που το παρελθόν «χτύπησε την πόρτα» στο παρόν και αν ναι, αυτό επηρέασε τη συγγραφή του βιβλίου σας;

«Γράφω μέσα από τις εμπειρίες που έχω ζήσει. Κατ’ αυτή την έννοια γράφω πάντα με τα μάτια στραμμένα στο παρελθόν με την ωριμότητα και τη γνώση του παρόντος. Πέρα από αυτό όμως, το βιβλίο μου «Σε σωστή ώρα νυχτώνει» προέκυψε μέσα από την οικογενειακή αλληλογραφία που ανακαλύφθηκε κάποια χρόνια πριν και ήταν σαν να μου μιλούσαν οι πρόγονοί μου για τη ζωή τους».

Αντιμετωπίσατε δυσκολίες στη συγγραφή του βιβλίου και αν ναι, πώς τις ξεπεράσατε;

«Η πιο μεγάλη δυσκολία ήταν η ένταξη των ιστορικών προσώπων και των πραγματικών γεγονότων μέσα στη μυθοπλασία. Τα πραγματικά πρόσωπα και τα περιστατικά έπρεπε να εμφανίζονται απόλυτα συνδεδεμένα με τα επινοημένα, έτσι ώστε να υπάρχει μια αληθοφανής συνέχεια που να πείθει τον αναγνώστη πως ό,τι γράφεται είναι αληθινό. Επιπλέον, έπρεπε να αναπαραστήσω μια εποχή που δεν την έχω ζήσει, με μόνη βοήθεια τον τύπο της εποχής και τη βιβλιογραφία. Έπρεπε να σχηματίσω στο νου μου με λεπτομέρεια το ιστορικό σκηνικό, όχι μόνο σε ό,τι αφορά στον τόπο, αλλά και στις συνήθειες, στον λόγο, στα ήθη μιας τόσο μακρινής εποχής. Ο τύπος της εποχής μου έδωσε τις περισσότερες απαντήσεις που χρειαζόμουν. Τα υπόλοιπα τα συμπλήρωσε η φαντασία μου».

Το επάγγελμά σας ως πολιτικός μηχανικός έχει επηρεάσει τη συγγραφή; Πώς καταφέρνετε να συνδυάζετε και τα δύο;

«Η δουλειά του μηχανικού μπορεί να φαίνεται ορθολογιστική, είναι όμως και πολύ δημιουργική. Από την άλλη πλευρά, η συγγραφή είναι ο τρόπος που έχω να απελευθερώνομαι από την απολυταρχία των αριθμών και να καταβυθίζομαι σ’ έναν κόσμο όπου υπάρχω εγώ και τα συναισθήματά μου. Η μια δουλειά συμπληρώνει την άλλη και νομίζω πως εκφράζουν τις δυο πλευρές του εαυτού μου· τη λογική και το συναίσθημα. Επιπλέον, θεωρώ πως οι θετικές μου σπουδές έχουν επηρεάσει τον τρόπο που γράφω· δίνω μεγάλη σημασία στη δομή που χτίζεται με τρόπο μαθηματικό».

Διαβάστε περισσότερα για το βιβλίο εδώ

από Μαρία Ιωαννάτου