Τον γνωρίσαμε το 2005 μέσα από την ταινία «Λούφα και παραλλαγή: Σειρήνες στο Αιγαίο» του Νίκου Περάκη. Η φράση του «Δεν το κουνάω απ’ επαέ αν δε μου πέψουνε τ’ απολυτήριο απ’ το τάγμα» έγινε γρήγορα η ατάκα κάθε παρέας εκείνης της εποχής. Όμως ο Ορφέας Αυγουστίδης δεν έμεινε εκεί. Κατάφερε με αργά και σταθερά βήματα να χτίσει την πορεία του στον χώρο της υποκριτικής, χωρίς να… σκάσει σαν τα πυροτεχνήματα που συνοδεύουν συνήθως τις μεγάλες επιτυχίες.



Αυτό φάνηκε και από τον λόγο του στη συζήτηση που είχαμε για το Infowoman.gr με αφορμή την παράσταση «Η Μέθοδος Γκρόνχολμ» στην οποία πρωταγωνιστεί τη φετινή σεζόν. Λόγος μεστός, άμεσος, συνειδητοποιημένος, που βασίζεται σε επιχειρήματα, σου δίνει την αίσθηση ενός εντελώς προσγειωμένου ατόμου. Γιος του Ντίνου Αυγουστίδη και της Μαρίας Τζομπανάκη, δεν ξεκίνησε αυτή τη δουλειά διεκδικώντας κάτι που δε του αναλογεί, «ούτε ήμουν βιαστικός να μου αναγνωριστεί κάτι», όπως ο ίδιος μας λέει.

Η «Μέθοδος Γκρόνχολμ» παίχτηκε για πρώτη φορά τη σεζόν 2007-2008 στο Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν, σε σκηνοθεσία Διαγόρα Χρονόπουλου, γνωρίζοντας μεγάλη καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία (παίχτηκε για 6 σεζόν, Ιανουάριος 2008 – Ιούνιος 2013). Οι συντελεστές του πρώτου ανεβάσματος αναβιώνουν την παράσταση, τιμώντας τη μνήμη του Διαγόρα Χρονόπουλου που απεβίωσε το 2015.

Το έργο αποπειράται να μιλήσει για τη σκληρότητα στις εργασιακές σχέσεις, με αφορμή μία από τις πλέον απάνθρωπες διαδικασίες που υφίστανται στον εργασιακό κόσμο: την επιλογή προσωπικού.


Η υπόθεση είναι απλή: οι τελευταίοι τέσσερις υποψήφιοι για μία θέση ανώτατου στελέχους σε μια σημαντική πολυεθνική εταιρεία συναντώνται και υποβάλλονται στις τελευταίες δοκιμασίες της διαδικασίας επιλογής, δοκιμασίες οι οποίες, ακροβατώντας στο παράλογο, δε φαίνεται να έχουν καμία σχέση με αυτή καθαυτή τη θέση εργασίας. Όλες οι δοκιμασίες στις οποίες υποβάλλονται οι υποψήφιοι, όσο απίστευτο και αν φαίνεται, είναι εμπνευσμένες από πραγματικές τεχνικές επιλογής προσωπικού, καταγεγραμμένες σε σοβαρά έργα που έχουν εκπονήσει ειδικοί επί του θέματος. Το μόνο πράγμα που κάνει το έργο είναι να φτάσει τις δοκιμασίες στα άκρα, χωρίς να κρύψει το κωμικό στοιχείο που υποκρύπτεται σ’ αυτές.

Η Μέθοδος Γκρόνχολμ επιστρέφει 12 χρόνια μετά το πρώτο ανέβασμα στην Ελλάδα. Τι έχει αλλάξει σε σχέση με τότε;

Αυτό που έχει αλλάξει είναι ότι τότε το έργο άφηνε την αίσθηση της επιστημονικής φαντασίας ως κάτι πολύ τραβηγμένο, πώς είναι δηλαδή τα πράγματα στην ακραία τους μορφή σε αυτό το πεδίο. Τώρα πια πιστεύω ότι η αγριότητα αυτού του έργου είναι πολύ πιο οικεία στον κόσμο και γι’ αυτό ίσως να μην προκαλεί αυτό το κόψιμο της ανάσας, αλλά προκαλεί ναυτία γιατί έχουμε οικειοποιηθεί αυτή τη βιαιότητα και μας φαίνεται πολύ πιο γνώριμη. Τότε μας έφερνε αντιμέτωπους με κάτι τέρατα που ακούγαμε ότι υπάρχουν, τώρα μας φέρνει λίγο περισσότερο αντιμέτωπους με τους εαυτούς μας διότι μπαίνουμε κι εμείς στη διαδικασία αν όχι να λειτουργούμε έτσι, να αποδεχόμαστε ως κάτι οικείο και φυσιολογικό τη βιαιότητα που υπάρχει γύρω μας. Την αγκαλιάζουμε τη βιαιότητα σε μία εποχή που υποτίθεται ότι συστηνόμαστε ως πιο ευαισθητοποιημένοι.

Σκιαγράφησέ μου τον ρόλο του Φερνάντο που υποδύεσαι.

Δεν θα στον σκιαγραφήσω γιατί αυτό είναι κάτι που το κάνει η παράσταση. Θέλω να μην προτείνω σε κάποιον που πρόκειται να δει την παράσταση από ποια πλευρά να σταθεί και πώς να τον δει. Αυτό που θα ήθελα να πω για τον ρόλο μου είναι ότι δεν ήθελα να δω αυτόν τον άνθρωπο στεκόμενος απέναντί του, γιατί είναι κάποιες επιλογές του που ίσως να προκαλούν έως και δυσφορία. Προσπάθησα να δω τι είναι αυτό που τον οδήγησε εκεί, ποιες είναι οι άμυνες που δεν είχε ώστε να διαμορφώσει μια προσωπικότητα τόσο κυμαινόμενη, τόσο καιροσκοπική και τόσο εγωκεντρική, ούτως ώστε να μπορεί να είναι πολλά πράγματα ταυτόχρονα. Δηλαδή να είναι το μεγαλύτερο σκουλήκι έως ό,τι πιο αξιοθρήνητο μπορείς να δεις εκείνη τη στιγμή. Αυτή ήταν για μένα μια πολύ ενδιαφέρουσα διαδρομή μέσα στο πλαίσιο του έργου.

Η υπόθεση εκτυλίσσεται στο περιβάλλον μιας πολυεθνικής εταιρείας όπου κυριαρχεί ο ανταγωνισμός. Είναι εξίσου ανταγωνιστικά τα πράγματα στο θέατρο;

Όχι, δεν είναι, για τον απλούστατο λόγο ότι στο θέατρο είναι προϋπόθεση η εμπιστοσύνη και η συνεργασία για μια καλή σκηνική σύμπραξη. Ενώ στις πολυεθνικές είναι αυτό που πρόσφατα μου είπε μια φίλη που δουλεύει πάρα πολλά χρόνια σε τράπεζα, ότι όταν μπαίνεις μέσα πρέπει να αφήνεις την καρδιά σου απ’ έξω. Στο θέατρο δεν είναι έτσι. Υπάρχει ένας φυσικός ανταγωνισμός που σε κρατάει μέσα στο παιχνίδι, σε εγρήγορση και πολλές φορές μπορεί να θες να τον εκμεταλλευτείς και καλλιτεχνικά. Δεν επαναπαύεσαι και πάντα έχεις μέσα σου μια αγωνία, πέρα από την προσωπική καλλιτεχνική ανησυχία. Για να είσαι στα πράγματα πρέπει να είσαι ενεργός. Αυτού του είδους ο ανταγωνισμός υπάρχει, αλλά έχει να κάνει περισσότερο με τον εαυτό μας παρά με τον άλλον.

Φυσικά μπορεί κάποιος ηθοποιός να σαμποτάρει έναν συνάδελφό του στη σκηνή αλλά αυτή είναι μια ακραία συμπεριφορά που όσο περνάνε τα χρόνια και όπως εγώ τη βιώνω μέσα από τη γενιά μου, τη συναντάς όλο και λιγότερο. Δε συμφέρει κανέναν. Αυτό που κάποτε υπήρχε ένας άνθρωπος που φωτιζόταν χωρίς να έχει σημασία αν είναι καλή η παράσταση, νομίζω σιγά σιγά φεύγει και αυτό είναι καλό. Με λίγα λόγια δεν έχει νόημα να είσαι πολύ καλός σε μια κακή παράσταση. Δεν εξυπηρετεί κανέναν. Αυτό είναι ένα κακό που έκαναν κάποιου είδους κριτικές και ο τρόπος που αυτές οι κριτικές εκπαίδευσαν το κοινό, το οποίο για πάρα πολλά χρόνια – ακόμα και τώρα – πηγαίνει σε μια παράσταση για να επιλέξει ποιος ξεχωρίζει, ποιος «κλέβει την παράσταση», αυτή η φρικτή έκφραση. Αυτό νομίζω σιγά σιγά αρχίζει και αλλάζει και στο κοινό και στους ανθρώπους που παρακολουθούν και στηρίζουν την τέχνη μας.

Έχεις αντιμετωπίσει περιστατικά ρατσισμού στη δουλειά σου, επειδή είσαι γιος δύο πολύ γνωστών ηθοποιών;

Πιστεύω ότι ούτε ξεκίνησα αυτή τη δουλειά διεκδικώντας κάτι που δε μου αναλογεί, ούτε ήμουν βιαστικός να μου αναγνωριστεί κάτι -ούτε και τώρα είμαι. Αν μεσολάβησαν οι δικοί μου για να υπάρξω κάπου, δε χρειάζεται καν να το πω. Όποιος έχει δουλέψει μαζί μου γνωρίζει ότι τα πράγματα δε γίνεται να συμβαίνουν έτσι. Κανένας δεν θα σε πάρει επειδή είσαι γιος κάποιου άλλου και κανένας σκηνοθέτης δεν είναι διατεθειμένος να εκτελέσει ένα ωραίο κομμάτι στην παράσταση του, επειδή κάποιος είναι γιος κάποιου γνωστού του. Αυτό που λέμε «μέσο» συμβαίνει σε εξαιρετικές περιπτώσεις οι οποίες φωνάζουν από μακριά. Δεν πειράζει, κι αυτό θεμιτό είναι. Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που προχωρούν έτσι. Σε μένα δε συνέβη αυτό. Συν του ότι εμένα οι γονείς μου είναι δύο άνθρωποι που υπήρξαν μέσα σε αυτό το χώρο με πολύ μεγάλη αξιοπρέπεια – ο πατέρας μου εδώ και πολλά χρόνια, πολύ συνειδητά έχει ολοκληρώσει τη διαδρομή του σε αυτό το χώρο. Το μόνο λοιπόν που συναντώ σε σχέση με τους γονείς μου στο χώρο και με κάνει χαρούμενο, είναι άνθρωποι που τους εκτιμούν, έχουν δουλέψει μαζί τους και έχουν να μου πουν πολύ ωραίες ιστορίες με αυτούς.

Έχεις πει ότι όταν μπήκες σε αυτόν τον χώρο ήθελες να ασχοληθείς με τη σκηνοθεσία. Θα το δοκίμαζες κάποια στιγμή;

Ναι, όταν ήμουν μικρός αυτό ονειρευόμουν. Ήθελα συγκεκριμένα να ασχοληθώ με τη σκηνοθεσία κινηματογράφου. Θα ήθελα να το δοκιμάσω. Τα όρια σε σχέση με την ιδιότητα καθενός μέσα στο χώρο του είναι διαφορετικά πια. Σίγουρα το σινεμά είναι κάτι που από πίσω έχει άλλη διαδικασία. Εγώ απέχω απ’ αυτό πολλά χρόνια, δηλαδή και σαν ηθοποιός δεν κάνω τόσο συχνά κινηματογράφο. Τα τελευταία χρόνια είμαι αρκετά συγκεντρωμένος στο θέατρο και σε αυτό με το οποίο βιοπορίζομαι και με γοητεύει και με εξελίσσει σαν ηθοποιό. Αλλά δεν το αποκλείω. Όπως και δε μπορώ να σου πω ότι θα κάνω αυτή τη δουλειά για πολλά χρόνια ακόμα. Ποτέ δε ξέρεις. Απλώς το σινεμά θέλει και άλλου είδους στήριξη από πίσω οικονομική. Αλλά δε χρειάζεται να ολοκληρώσεις τα όνειρά σου με αυτόν τον τρόπο, για να έχει νόημα το ότι κάποτε ονειρευόσουν να γίνεις σκηνοθέτης κινηματογράφου. Αυτό το πράγμα σε διαπερνά και υπάρχει μέσα σου σαν ένα κομμάτι του εαυτού σου. Δε χρειάζεται να κάνεις ταινία ή να αποκτήσεις επισήμως την ιδιότητα του σκηνοθέτη για να έχει κάποιο νόημα.

Γεννήθηκες και μεγάλωσες στα Εξάρχεια. Πόσο έχει αλλάξει η περιοχή από τότε;

Νομίζω ότι φωνάζουν από μόνα τους ότι έχουν αλλάξει. Όλη μου η ζωή, το μεγάλωμά μου, η παιδική ηλικία, η εφηβική μου φάση και τα πρώτα χρόνια της νιότης μου ήταν εκεί. Εκεί πήγα σχολείο, εκεί ήταν οι φίλοι μου, εκεί βγήκαμε, εκεί ξενυχτήσαμε, εκεί είδαμε τα πρώτα μας όρια. Φυσικά και έχουν αλλάξει τα πράγματα στην περιοχή. Όποιος πάει μια βόλτα στα Εξάρχεια μπορεί να το αντιληφθεί.

Σε γνωρίσαμε από την ταινία «Λούφα και παραλλαγή». Παρόλα αυτά δεν «έσκασες» σαν πυροτέχνημα, όπως συνήθως συμβαίνει με τις μεγάλες επιτυχίες. Πώς τα κατάφερες;

Ο τρόπος που υπάρχω και παίρνω αποφάσεις και δρω μέσα από τη δουλειά είναι απόλυτα συνδεδεμένος με αυτό που είμαι. Δεν σκέφτομαι έξω από μένα, συνεπώς δε χρειάζεται να οργανώσω κάποιου είδους στρατηγική. Είμαι απλώς αυτός που είμαι. Έτσι κι αλλιώς σαν άνθρωπος δε θέλω ούτε να κραυγάζω, ούτε να επιδεικνύομαι, ούτε έχω μια ανασφάλεια που περιμένει να καλυφθεί από κάτι άλλο που δεν είμαι εγώ. Προσπαθώ να δίνω βάση σε μένα, στις προσωπικές μου σχέσεις, στην αγάπη που υπάρχει γύρω μου, να εκτιμώ αυτά που μου προκύπτουν στη ζωή, να τα αξιολογώ και να είμαι ευγνώμων, να μη θέλω άλλα. Και βήμα βήμα πάμε μπροστά για να ευχαριστηθούμε το δώρο της ζωής γιατί ποτέ δε ξέρεις. Από εκεί και πέρα ελπίζω να εξελίσσομαι και σαν άνθρωπος και να γίνομαι όλο και καλύτερος.

Με δύο γονείς ηθοποιούς μεγάλωσες μέσα στα θέατρα. Σε κούρασε αυτό ή έμοιαζε ονειρικό για ένα παιδί;

Ονειρικό δεν μου φαινόταν γιατί το παιδί γεννιέται και μεγαλώνει μέσα σε αυτή την κατασκευή. Δεν είναι ένα παιδί που βλέπει θέατρο και ταινίες και λέει τι μαγικό! Είναι το ανάποδο. Είναι ένα παιδί που μεγαλώνοντας, πασχίζει να βρει τη μαγεία σε αυτό γιατί ξέρει την κατασκευή του. Για μένα ήταν απολύτως φυσιολογικό. Και νομίζω ότι το ίδιο θα σου πουν τα περισσότερα παιδιά που μεγάλωσαν σε οικογένειες που και οι δύο γονείς ή έστω ο ένας ήταν μέσα σε αυτόν τον χώρο. Δεν το απομυθοποιώ. Απλώς ήταν κανονικότητα για εμένα. Θυμάμαι το πιο βαρετό πράγμα που μπορούσαν να μου κάνουν οι γονείς μου όταν πήγαινα στο Δημοτικό, ήταν να με πάρουν μαζί τους σε γύρισμα. Το θέατρο και τα καμαρίνια ήταν κάτι άλλο. Είναι άλλη η μαγεία! Όταν ήμουν σαν παιδί στην κουίντα κι έβλεπα να μπαινοβγαίνουν οι ηθοποιοί – θυμάμαι πολύ συγκεκριμένες φάσεις και από τις παραστάσεις της μητέρας μου και του πατέρα μου – εκεί η ενέργεια και η εγρήγορση ήταν κάτι πολύ γοητευτικό. Είχε ενδιαφέρον. Το γύρισμα είχε μια ραθυμία και μια επανάληψη που δεν μπορούσα να καταλάβω το νόημα σε όλο αυτό.

Τι σου αρέσει να κάνεις στην Αθήνα και τι σε εκνευρίζει;

Μου αρέσουν οι βόλτες με το ποδήλατο και υπάρχουν χιλιάδες πράγματα που με εκνευρίζουν. Ένα από αυτά είναι η βρωμιά που υπάρχει. Τι κρίμα!

Στο β’ μισό της σεζόν θα σε δούμε στις «Τρεις Αδελφές» του Τσέχωφ σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά. Μίλησε μας γι’ αυτή τη συνεργασία.

Είμαι πολύ χαρούμενος γιατί είναι ένας άνθρωπος πολύ έξυπνος, πολύ οργανωμένος, πολύ οξυδερκής, συγκεντρωμένος, συγκεκριμένος. Αυτά είναι χαρακτηριστικά που μπορείς να τα δεις με ελάχιστες και μόνο πρόβες και να καταλάβεις ότι έχει έναν πολύ συγκεκριμένο στόχο και όραμα και μια θέση πάνω στα πράγματα, που έχει πολύ ενδιαφέρον και είναι πολύ γοητευτικό και θεατρικό. Ανυπομονώ να δω τι θα γεννήσει αυτή η συνεργασία, είμαι πολύ χαρούμενος, με συναδέλφους που εκτιμώ πάρα πολύ. Είναι πολύ ωραίο αυτό στη δουλειά μας γιατί αν είσαι ανοικτός, μπορείς να μη σταματήσεις να μαθαίνεις ποτέ! Αυτό έχει ενδιαφέρον, όσο δύσκολο κι αν είναι για έναν ηθοποιό να παραδεχτεί ότι σε κάποια πράγματα είναι λάθος. Όταν αντισταθείς σε αυτή τη σιγουριά είναι πολύ ωραίο, γιατί το μόνο που έχεις να πάρεις είναι να γίνεις λίγο καλύτερος από πριν. Απλώς είναι δύσκολο γιατί σε ανακατεύει λίγο η αναδιαπραγμάτευση με το ποιος είσαι. Και αυτό είναι λίγο άβολο. Όταν όμως αφεθείς και μαλακώσεις και είσαι ανοιχτός, είναι πάρα πολύ ωραίο! Η συνθήκη τώρα με τον Δημήτρη και τις «Τρεις Αδελφές» είναι πάρα πολύ ωραία, μπορεί να φέρει καινούργια πράγματα σε όλους μας και είναι πολύ ευχάριστο αυτό.

Βρίσκεις χρόνο να χαλαρώσεις;

Βρίσκω χρόνο να χαλαρώσω συνήθως μετά την παράσταση με τους ανθρώπους μου, κάνοντας διάφορα πράγματα, βλέποντας ταινίες ή παίζοντας επιτραπέζια παιχνίδια που μας αρέσουν πολύ.

Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σου;

Το τέλος, η ολοκλήρωση των σχέσεων, των πραγμάτων, της ζωής, των ανθρώπων, αυτό για το οποίο πάντα τρέμεις γιατί δεν ξέρεις πώς και πότε θα το υποδεχθείς.

Ποια είναι η γνώμη σου για το τηλεοπτικό τοπίο τη φετινή χρονιά;

Δεν παρακολουθώ. Προσπαθώ να αντισταθώ σε αυτό το πράγμα γιατί νιώθω ότι έτσι προδίδω το σινεμά. Υπάρχουν τόσο ωραίες ταινίες που μπορούν να σου αλλάξουν τη μέρα! Με τις σειρές αυτό δε συμβαίνει – γενικότερα, όχι μόνο με τις ελληνικές. Έχω ακούσει ότι γίνονται κάποια πράγματα, αλλά ποτέ δεν ήμουν της τηλεόρασης για να πω τι ξεχωρίζω και τι όχι. Εχω δει πολλές σειρές που είναι καταπληκτικές, δεν έχουν όμως τον αντίκτυπο που έχει μια ταινία μέσα στην ψυχοσύνθεσή μου. Δεν έχω δει καμία σειρά που μπορεί να μου αλλάξει τον τρόπο που βλέπω τα πράγματα, ή που να μπορώ να τη φέρω στο μυαλό μου και να ταρακουνήσει το συναίσθημά μου. Από την άλλη, έχω άπειρες τέτοιες ταινίες μέσα από το παγκόσμιο σινεμά όλα αυτά τα χρόνια. Οι σειρές έχουν άλλη λειτουργία, είναι σαν να είναι φτιαγμένες για να γεμίσουν τη μέρα σου, ενώ οι ταινίες είναι μια τελετουργία, είναι κάτι διαφορετικό.

Ποια συμβουλή των γονέων σου κρατάς ως πιο σημαντική;

Κρατάω όλα τα ωραία πράγματα που λέμε με τους γονείς μου και το θέμα είναι και η στιγμή που είσαι έτοιμος να τα καταγράψεις και να τα ακούσεις. Επίσης σε φέρνει και πιο κοντά σε αυτούς γιατί θα σου πούνε πράγματα που έχουν να κάνουν με τα λάθη τους. Δεν είναι κάτι συγκεκριμένο. Μου λένε ωραία πράγματα, το μόνο που μπορώ να πω έιναι ότι χαίρομαι που είμαι κι εγώ λίγο πιο μαλακός και ανοιχτός απέναντί τους και δεν εξακολουθώ να είμαι ένας έφηβος που εκνευρίζεται με ό,τι λένε και ό,τι κάνουν. Είναι γενικότερα ωραίο να είσαι ήσυχος και να ακούς αυτά που έχουν να σου πουν ακόμα κι αν τα απορρίπτεις. Και το λέω γενικότερα, όσον αφορά τις σχέσεις γονέων και παιδιών.

από Μαρία Ιωαννάτου