Οι γυναίκες στα 30 τους ζητούν λίφτινγκ. Αυτό καθιστά τη νέα τάση “επανάσταση ή υπερβολή”;
Κι όμως, οι υποψήφιες επιδιώκουν να προλάβουν τη χαλάρωση του δέρματος, πριν καν αρχίσει. Τι έχουμε λοιπόν εδώ; Αναρωτιόμαστε πού πρέπει να μπαίνει το όριο;
Το ερώτημα αυτό κυριαρχεί πλέον, καθώς η ηλικιακή ομάδα που στρέφεται σε ολική ανανέωση προσώπου φαίνεται να κατεβαίνει αισθητά, τουλάχιστον σύμφωνα με τα δεδομένα των social media.
Κάποτε, το λίφτινγκ θεωρούνταν καθαρά υπόθεση των 55 έως 69 ετών (που εξακολουθούν να αποτελούν περίπου το 60% της αγοράς στις ΗΠΑ). Σήμερα όμως, το νέο trend οδηγεί τις γυναίκες σε μικροδιορθώσεις έως και μεγαλύτερες επεμβάσεις πριν προλάβουν οι ρυτίδες να εγκατασταθούν.
Το 2025 είναι μια χρονιά μεγάλης προβολής για την πλαστική χειρουργική συνολικά. Οι διασημότητες είναι πια πολύ πιο ανοιχτές για τις επεμβάσεις τους, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τη δημόσια εξομολόγηση της Κάιλι και της Κρις Τζένερ. Αυτή η προσπάθεια αποστιγματισμού έχει μειώσει, βέβαια, την «ψυχαγωγία» του κλασικού παιχνιδιού «το έκανε ή δεν το έκανε;».
Οι διάσημοι στο στόχαστρο
Το τελευταίο διάστημα, ο Μπραντ Πιτ, η Λίντσεϊ Λόχαν, η Μάρθα Στιούαρτ, ο Μπράντλεϊ Κούπερ, η Έμα Στόουν και η Αν Χάθαγουεϊ έχουν όλοι βρεθεί στο επίκεντρο διαδικτυακών σχολίων για τα «ανανεωμένα» χαρακτηριστικά τους. Την κατάσταση περιπλέκει το γεγονός ότι βρισκόμαστε στην εποχή των «αόρατων παρεμβάσεων», των μικρών, διακριτικών βελτιώσεων που γίνονται σταδιακά και όχι με μια μεγάλη, εμφανή αλλαγή.
Το λίφτινγκ υπάρχει ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, όμως η τεχνική και η αισθητική του έχουν εξελιχθεί θεαματικά. Πλέον, γυναίκες (και άνδρες) στα 30 και 40 τους δεν επιδιώκουν να «γυρίσουν πίσω τον χρόνο», αλλά να προλάβουν τη φθορά. Έτσι γεννήθηκε ο όρος “glow-up facelift”: μια προσέγγιση που δεν στοχεύει στο «τράβηγμα» του δέρματος, αλλά στη βελτίωση της συμμετρίας και στην αρμονική ισορροπία των χαρακτηριστικών, σμιλεύοντας γνάθους, ζυγωματικά και φρύδια, ώστε να πλησιάζουν τα ιδανικά πρότυπα της ψηφιακής εποχής.
Η Κρις Τζένερ αποκάλυψε ότι το δικό της πολυσυζητημένο λίφτινγκ έγινε από τον διάσημο πλαστικό χειρουργό Μάικλ Λεβίν στη Νέα Υόρκη, με κόστος που φημολογείται να αγγίζει τα 250.000 δολάρια ανά επέμβαση. Αυτό έκανε τη 35χρονη στυλίστρια Λάιζα Λίμπερμαν να γίνει viral όταν δημοσίευσε τη δική της εμπειρία από ραντεβού με τον ίδιο γιατρό.
Σύμφωνα με όσα αποκάλυψε, ο Λεβίν της είπε ότι η μέση ηλικία των πελατών του είναι 43 ετών, ενώ η νεότερη ασθενής του ήταν μόλις 38. Πρόσθεσε επίσης πως θεωρεί ότι οι μη επεμβατικές θεραπείες (όπως IPL ή ενέσεις με «σπέρμα σολομού») έχουν προσωρινά αποτελέσματα, και ότι το μόνο laser που λειτουργεί πραγματικά σε νεότερες ηλικίες είναι το Fraxel. «Το χειρότερο που μπορείς να κάνεις στο δέρμα σου είναι το filler», λέει χαρακτηριστικά.
Ο πλαστικός χειρουργός Μάικλ Μπραντ από το Τορόντο συμφωνεί: η υπερβολική χρήση fillers συχνά οδηγεί σε αντίθετο αποτέλεσμα. «Το filler δεν φεύγει τελείως», εξηγεί. «Οι ασθενείς έρχονται για επαναλήψεις, αλλά μένουν υπολείμματα υαλουρονικού οξέος. Έτσι, ξεχνούν πώς είναι πραγματικά το πρόσωπό τους, και θεωρούν ότι το “φουσκωμένο” look είναι το φυσιολογικό».
Η podcaster και επιχειρηματίας Άσλεϊ Στόμπαρτ από το Μάντσεστερ έκανε το πρώτο της λίφτινγκ στα 34, ύστερα από τέσσερα χρόνια προσπαθειών και πολλαπλές απορρίψεις από χειρουργούς που έκριναν πως ήταν πολύ νέα. (Οι υπεύθυνοι γιατροί εξετάζουν και την ψυχολογική ετοιμότητα ενός ασθενούς πριν προχωρήσουν σε τέτοιες επεμβάσεις.)
Όπως είπε η ίδια, «μετά από χρόνια γεμισμάτων και διαλύσεων, είχα χάσει την καθαρότητα του προσώπου μου. Δεν έμοιαζα πια με τον εαυτό μου. Είχα ακόμα και διπλοσάγονο». Υποβλήθηκε σε πλήρες λίφτινγκ προσώπου, λαιμού και χειλιών και περιέγραψε τη διαδικασία λέγοντας ότι «κυριολεκτικά πίεζαν filler έξω από το πρόσωπό μου για ώρες».
Παρότι η ίδια δηλώνει ενθουσιασμένη με το αποτέλεσμα, δέχτηκε σκληρή κριτική από τα βρετανικά γυναικεία περιοδικά, που τη σατίρισαν επειδή «ήθελε να μοιάσει στις Καρντάσιαν».
Η υπερβολή στα fillers πάντως φαίνεται να περνάει πια εκτός μόδας. Όμως η αναζήτηση της τέλειας, αψεγάδιαστης εικόνας παραμένει ισχυρή. «Η συνεχής έκθεση σε “βελτιωμένες” εικόνες στα social media αλλοιώνει την αντίληψη του τι είναι φυσιολογικό», σημειώνει ο Brandt.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι τέλεια σμιλεμένες γνάθοι των celebrities που προκαλούν φθόνο. «Για τα πεσμένα ζυγωματικά, δυστυχώς μόνο η χειρουργική λύση αποδίδει πραγματικά», λέει ο Brandt.
Ένα ακόμη δημοφιλές trend είναι το λεγόμενο “ponytail lift”, μια ελάχιστα επεμβατική τεχνική που αναπτύχθηκε από τον χειρουργό Chia Chi Kao στη Σάντα Μόνικα. Πρόκειται για μεσαίου τύπου λίφτινγκ, ενδοσκοπικά εκτελεσμένο, που αναδιαμορφώνει το πρόσωπο για ένα φυσικά «ανασηκωμένο» αποτέλεσμα. Από την άλλη, το εξίσου γνωστό “deep-plane facelift” προορίζεται κυρίως για μεγαλύτερες ηλικίες, καθώς περιλαμβάνει επανατοποθέτηση μυών και εκτεταμένο τέντωμα του δέρματος – με πιο μόνιμα αποτελέσματα.
Η χαλάρωση και η βαρύτητα δεν σταματούν
Οι περισσότερες επεμβάσεις χρειάζονται αναθεώρηση μετά από 10–15 χρόνια, καθώς η χαλάρωση και η βαρύτητα δεν σταματούν. Το πρόβλημα όταν ξεκινάς πολύ νωρίς είναι ότι θα χρειαστείς περισσότερα στο μέλλον. Όπως εξηγεί ο Brandt, «η χρονική στιγμή είναι καθοριστική. Πάρα πολλές επεμβάσεις με τα χρόνια αυξάνουν τον κίνδυνο ουλών και δυσκολεύουν τα επόμενα χειρουργεία. Υπάρχει επίσης ο κίνδυνος τραυματισμού νεύρων ή αδυναμίας μυών».
Ο ίδιος πιστεύει ότι πολλά από τα «λαμπερά» αποτελέσματα που αποδίδουμε σε λίφτινγκ οφείλονται σε lasers και φροντίδα δέρματος. «Αυτό που παρατηρούμε κυρίως με την ηλικία είναι η ποιότητα του δέρματος», λέει. «Στους νεότερους προτείνω σωστή φροντίδα, botox για πρόληψη, και μικρές, στοχευμένες επεμβάσεις. Οι βλεφαροπλαστικές είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς στη δεκαετία των 40».
Όταν μια νεότερη ασθενής ζητά λίφτινγκ, της εξηγεί πως «το χειρουργείο έχει όρια». «Είναι προτιμότερο να βελτιστοποιήσεις ό,τι μπορείς τώρα και να το επανεξετάσεις αργότερα, όταν δεις πώς ανταποκρίνεται το δέρμα σου στη βαρύτητα», λέει. «Κάθε πρόσωπο είναι διαφορετικό — όπως και τα γονίδια, ο τύπος δέρματος και ο τρόπος που γερνά κανείς».
Η σύγχρονη αισθητική χειρουργική δεν αφορά πια τη διόρθωση μιας μόνο ατέλειας, αλλά την ισορροπία και τη φυσικότητα.
Η γοητεία που ασκεί η υπόσχεση της αλλαγής –και, μέσα από αυτήν, της βελτίωσης της ζωής μας- δεν πρόκειται να εκλείψει. Αντίθετα, ενισχύεται από μια νέα «υπερκλάση» ανθρώπων με αόρατα βελτιστοποιημένα πρόσωπα: influencers, σταρ του Χόλιγουντ και «τέλεια» μοντέλα που ανταμείβονται με προσοχή,θαυμασμό και φυσικά μεγάλες καταθέσεις στους λογαριασμούς τους. Βρισκόμαστε στο κατώφλι μιας εποχής όπου, με αρκετά χρήματα, χρόνο και πόνο, ο καθένας μπορεί να μεταμορφωθεί σε ένα συμμετρικό, φωτεινό ον χωρίς ημερομηνία λήξης.
Οι υπεύθυνοι χειρουργοί, πάντως, συνεχίζουν να υπενθυμίζουν την αξία του μέτρου και της ρεαλιστικής προσδοκίας. «Το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς ενός πλαστικού χειρουργού είναι ψυχολογικό», καταλήγει ο Brandt. «Και γι’ αυτό, δυστυχώς, δεν υπάρχει φίλτρο».
Διαβάστε επίσης
Κατερίνα Διδασκάλου: «Διατηρούμαι λαμπερή γιατί πίνω πολύ νερό, κάνω καλές σκέψεις και δεν κρίνω»



















Google News