Η Λυδία Φωτοπούλου και η Μαρία Κατσιαδάκη ανεβαίνουν ξανά μαζί στη σκηνή, στο έργο του Win Wells «Η Γερτρούδη Στάιν και η συνοδός της» υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες της Νικαίτης Κοντούρη. 



Οι δύο εξαιρετικές ηθοποιοί ερμηνεύουν στο θέατρο ΑΛΜΑ την Γερτρούδη Στάιν [Μαρία Κατσιαδάκη] και την Άλις Μπ. Τόκλας [Λυδία Φωτοπούλου], η σχέση των οποίων επηρέασε όλες τις μορφές τέχνης και δημιουργίας στο Παρίσι του μεσοπολέμου. Το έργο πρωτοανέβηκε με τους ίδιους συντελεστές στο θέατρο Αμόρε, σε μια παράσταση που άφησε εποχή!

Εμείς μιλήσαμε με τη σκηνοθέτιδα Νικαίτη Κοντούρη και την Λυδία Φωτοπούλου και μάθαμε όσα περισσότερα μπορούσαμε για την παράσταση αυτή…

Γιατί αποφασίσατε να επανέλθετε με το συγκεκριμένο έργο;

Νικαίτη Κοντουρη: Επανερχόμαστε όχι μόνο γιατι το αγαπάμε, όχι μόνο γιατί είναι ένα βαθιά ανθρώπινο, τρυφερό και καλλιτεχνικά προκλητικό έργο, αλλά και γιατί έχοντας πια τις πιο ώριμες ηλικιες των ρόλων, πιστεύαμε πως η προσέγγισή μας θα μπορούσε πλέον να γίνει κοιτώντας προς τα πίσω και όχι προς τα μπρος, όπως γινόταν οταν πρωτοανέβηκε το έργο στον ΕΞΩΣΤΗ του Αμόρε, το 1993. Το έργο έχει πολλά μπρος-πίσω στο χρόνο, κι αυτό εδινε και δίνει τη δυνατότητα για σπουδαίες ερμηνείες, πόσο μάλλον όταν οι ερμηνεύτριες του το γνωρίζουν από τα 30 τους χρόνια και τώρα βρίσκονται στα 60 τους.
Ενα ακόμα ισχυρό κίνητρο, υπήρξε και η απώλεια του αγαπημένου μας σκηνογράφου και φίλου ψυχής και συντρόφου ζωής για μένα, Γιώργου Πάτσα. Το 1993, τα σκηνικά και τα κοστούμια τα επιμελήθηκε ο Πάνος Παπαδόπουλος. Το 2005 η θεατρική ομάδα « 9 και Κάτι», την οποία αποτελούσαν οι Λυδία Φωτοπούλου, Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Μαρία Κατσιαδάκη, ζήτησαν από τον Γιώργο Πάτσα να επιμεληθεί το σκηνικο και τα κοστούμια, μιας και σχεδίαζαν μία μίνι περιοδεία σε διαφορετικά μέρη και θέατρα( θέατρο Καλαμαριας, Θέατρο Τέχνης-Φρυνίχου, Επίκεντρο Πάτρας, Κύπρος). Έτσι προέκυψε το σημερινό σκηνικό, το οποίο αναβιώνουμε με την αγάπη και την φροντίδα όλων μας: Της 5ης Εποχής, του Κωνσταντίνου Ζαμάνη, των δύο πρωταγωνιστριών, και της δικής μου επίβλεψης.


Λυδία Φωτοπούλου:  Ξερετε αυτή η απόφαση να επανέλθουμε είχε ήδη παρθεί από το 1993! Αγαπήσαμε τόσο πολύ το έργο αυτό που είχε ανακαλύψει η Νικαιτη, σε ένα ταξίδι της στην Αμερική και λατρέψαμε τόσο αυτές τις δυο υπεροχες γυναίκες, που είχαμε πει από τότε, πως θα θέλαμε κάθε 15 χρόνια να το επαναλαμβάνουμε! Δεδομένου δε, ότι τότε ήμασταν πολύ νέες, πιστεύαμε ότι ο χρόνος θα δρούσε θετικά στην κατανόηση αυτής της τόσο δυνατής σχέσης. Και έτσι έγινε.

Θα δούμε την ίδια ακριβώς σκηνοθετική προσέγγιση;

Νικαίτη Κοντουρη: Είναι ένα άλλο έργο! Με την έννοια πως είναι η ίδια παράσταση, αλλά δεν είναι ίδια, είναι άλλη! Σας μπέρδεψα μήπως; Κι όμως, 27 περίπου χρόνια μετα το πρώτο ανέβασμα και 14 μετα το δεύτερο, η παράσταση είναι πολύ πιο φρέσκια, πολύ πιο ουσιαστική, πολύ πιο βιωμενη! Σαν να κυκλοφορούσε μέσα μας όλα αυτά τα χρόνια και να μην ήθελε να μας « εγκαταλείψει». Είναι πράγματι από τα έργα που σε σημαδεύουν και σε ακολουθούν και σου φωνάζουν «Ξανά! Ξανα!». Έξοχα μεταφρασμένο από τη Μαρία Αγγελίδου, ακολουθεί  τον ρυθμό των βιβλίων της Γερτρούδης Στάιν και παραμενει αρυτίδωτο στο πέρασμα του χρόνου!

Το χιούμορ που καθόριζε εν πολλοίς τη σχέση των δύο Μαικήνων της Τέχνης στο Παρίσι του μεσοπολέμου, αναβλύζει απολαυστικά σε κάθε ενότητα. Ο χρόνος στο έργο είναι «άχρονος», όπως ακριβώς τον ήθελε η Στάιν, κι όπως ακριβώς τον αντιμετωπίζει και  η Τόκλας. Είμαι σίγουρη πως ο σημερινός θεατής θα τις αγαπήσει παράφορα!

Γύρω από ποιους νοηματικούς άξονες κινείται; 

Λυδία Φωτοπούλου: Ο Θάνατος, η Ζωή, η Αγάπη. Όλα με κεφαλαια! Όλα ολόκληρα! Όταν ρωτήσανε την ΑΛΙΣ, 20 χρόνια μετά τον θάνατο της Γερτρούδη, πως πέρασε αυτά τα είκοσι χρόνια που ήταν μόνη της, η ΑΛΙΣ απάντησε «… μα, με την Γερτρούδη!». Δεν είναι υπέροχο;

Σκιαγραφήστε μας τις δύο αυτές γυναίκες…

Νικαίτη Κοντούρη: Δε σκιαγραφούνται! Είναι! Κι αν σε πολλούς η Αλις Τόκλας φαινόταν ως η σκιά της Στάιν, σημαίνει πως δεν είχαν καταλάβει τίποτα για το πόσο η Σταιν ήταν ένα κράμα  ιδιοφυίας και άπραγου παιδιού, ενώ  η Αλις, ήταν η σταθερά στη ζωή της, εκείνη που της αφιερώθηκε ψυχή τε και σώματι για να την κάνει διάσημη! Στο έργο είναι δυο γυναίκες που αγαπήθηκαν βαθιά και ουσιαστικά, που δε χώρισαν ποτέ για 40 χρόνια, που γνώριζαν τους καλύτερους ζωγράφους, λογοτέχνες, καλλιτέχνες  της εποχής τους στο Παρίσι. Είναι επίσης δύο ισχυρές προσωπικότητες, με τις αδυναμίες τους, με τη δυσκαμψία της Γερτρούδης και την ευελιξία της Αλις, που ζούν έναν μεγάλο έρωτα, μια μοναδική για τα δεδομένα της εποχής ιστορία αγάπης.

Τι είναι αυτό που τις δένει με μία τόσο δυνατή σχέση ζωής;

Λυδία Φωτοπούλου:  Κατάφεραν να αγαπηθούν βαθιά. Να κατανοούν η μια τις ανάγκες της άλλης. Να νιωθουν υπεύθυνες η μια για την άλλη. Να φροντίζουν η μια την άλλη. Να γελάνε, να χαίρονται και να γιορτάζουν αυτή τη συνάντηση τους για όλη τους τη ζωή.

Πόσο διαφέρει η εποχή που διαδραματίζεται το έργο με τη σημερινή και τι έχει να πει το έργο αυτό σήμερα; 

Λυδία Φωτοπούλου: Οι εποχές διαφέρουν, αλλά οι ψυχικες ανάγκες των ανθρώπων παραμένουν οι ίδιες. Όταν ο σημερινός άνθρωπος δει ότι κάποιοι έχουν καταφέρει τον μέγιστο ψυχικό δεσμό, συγκινείται, γιατί λειτουργεί σαν ένας φάρος στα σκοτάδια. Όλοι νομίζω βαθιά μέσα μας αποζητούμε αυτή τη σχέση ζωής, αυτή τη συντροφικότητα, που θα διώξει κάθε φόβο και κάθε ανασφάλεια.

Πόσο ρηξικέλευθη για την εποχή της ήταν η Γερτρούδη Στάιν;

Νικαίτη Κοντουρη: Στη Γερτρούδη Στάιν οφείλουμε τον ορο  gay  για τους ομοφυλόφιλους και τα ομόφυλα ζευγαρια. Σίγουρα το «παράξενο αυτό ζευγάρι» με τα περίεργα ντυσίματα και τα μεγάλα καπέλα και  την ανδροπρεπή του συμπεριφορά, ήταν μια πρόκληση για την εποχή τους. Δεν είναι τυχαίο που προτίμησαν να μην ξαναγυρίσουν στις Ηνωμένες Πολιτείες και να μείνουν για πάντα στη Γαλλία. Το Παρίσι του μεσοπολέμου τις αποδέχτηκε  γιατί κατάφεραν να επιβληθούν στους καλλιτεχνικούς  και λογοτεχνικούς κύκλους χάρη στην ευθυκρισία της Γερτρούδης, και χάρη στην μαγειρική της Αλις!

Αυτό σήμαινε πως το διαμέρισμα τους  στη Rue de Fleurus 28, έμεινε στην ιστορία σαν ΤΟ σημείο συνάντησης των πιο ταλαντούχων! Εκεί ,η Αλις ,που οργάνωνε τα πάντα, φρόντιζε, ώστε ο κάθε συνδαιτυμόνας να κάθεται απέναντι από το δικό του έργο ζωγραφικής, το δικό του βιβλίο στο ράφι της Βιβλιοθήκης,  το δικό του κριτικό δοκίμιο, κ.λ.π κ.λ.π!

Στην ταινία ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ του Γούντι Αλεν, οταν ο πρωταγωνιστής της μεταφερεται μαγικά στο Παρίσι του 1920, βρίσκεται στο διαμερισμα της Σταιν και της Τόκλας, και ζητάει για το χειρόγραφο του τις συμβουλές της Στάιν!
Ενα τέτοιο ταξιδι στο χρόνο, στον 20 αιώνα, είναι και η παράσταση μας σήμερα.

Γιατί στην Ελλάδα οι ανοιχτά γκέι ή bisexual άνθρωποι ζουν κρυφές ζωές; Και τελικά πόσο ανοιχτοί είμαστε σαν κοινωνία στη διαφορετικότητα σημερα;

Νικαίτη Κοντουρη: Και για τη Γερτρούδη και την Αλις ήταν πολύ δύσκολα… Οι φίλοι είναι αυτοί που τις στήριζαν και τις αγαπούσαν και τις έκαναν να νιώθουν αποδεκτές. Επίσης, ήταν Αμερικανίδες στο Παρίσι, οικονομικά ανεξάρτητες. Δηλαδή, ξένες.

Στην Ελλάδα, σήμερα, έναν αιώνα μετά, παραμένουμε αμφίθυμοι στο θέμα της ομοφυλοφιλίας. Εχει σαφώς να κάνει με την Παιδεία μας, αλλά και τη διαδικασία μέσα μας για την αποδοχή του διαφορετικού. Είναι πράγματι πολύ κρίμα- εκατό χρόνια μετά, τα ένστικτά μας να τιμωρούν τον gay, που βρέθηκε στο μαγαζί μας ή στον δρόμο μας, ενώ στο pride parade να υπάρχουμε οι πάντες και να διεκδικούμε ίσα δικαιώματα για όλες τις οικογένειες.

Σημασία όμως έχει ο έρωτας και η αγάπη και το δικαίωμα σ΄αυτά. Κι αυτό είναι πανανθρώπινο. Γι’ αυτό ας μην κρύβονται όσοι κρύβονται, κι ας παλέψουμε ανοιχτά για ισότιμη και ισοδίκαια αντιμετώπιση όλων μας.

Λυδία Φωτοπούλου: Έχουν γίνει κάποια βήματα σε σχέση με το κοντινό παρελθόν , αλλά η οικογένεια, η θρησκεία και φοβάμαι κι η «πατρίδα», τρέμουν το διαφορετικό. Είτε ως ντροπή, είτε ως αμαρτία είτε ως αδιαφορία. Έτσι δεν μπορεί η κοινωνία να προχωρήσει να ανοιχτεί να κατανοήσει το διαφορετικό και, όχι, να το αποδεχτεί – δεν είναι αυτό η λύση – αλλά να το αγκαλιάσει και να το αγαπήσει ισότιμα.

Υπάρχει άραγε τρόπος να «αλλάξουν» τα συντηρητικά μυαλά και ποιος είναι αυτός; 

Νικαίτη Κοντουρη:  Συντηρητικά μυαλά θα υπάρχουν πάντα. Δεν μιλάμε για «συντήρηση» αλλά για βαρβάτη ομοφοβία! Είναι μεγάλο το στοίχημα να μετακινήσεις έστω και έναν ομοφοβικό, απλώς δεν πρέπει να σταματας να επιχειρηματολογείς και να αποδεικνύεις με τις πράξεις σου πως η έννοια «φόβος», όταν αμβλύνεται, σε όλους τους τομείς της ζωής μας, μόνον ελευθερία και πιο ήσυχη συνείδηση μπορεί να επιφέρει!

Λυδία Φωτοπούλου: Εγώ δεν πιστεύω ότι ένα συντηρητικό μυαλό μπορεί να αλλάξει. Η συντήρηση αρνείται κάθε αλλαγή. Νιώθει ασφάλεια μόνο σε όσα γνωρίζει ήδη. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να ελπίζουμε ότι η παιδεία στα σχολεία θα μπορούσε να συμβάλει στο να μη μεγαλώνουν τα παιδιά με παγιωμένες αντιλήψεις περί σωστού η λάθους. Από το νηπιαγωγείο!!!

Τι είναι αυτό που σας θυμώνει περισσότερο στους ανθρώπους; 

Νικαίτη Κοντουρη: Η ελλειψη Τακτ…Εχει να κάνει και με την ευγένεια, και με την αυτοανάλυση , και με την Παιδεία.Είναι μια συνεχής διαδικασία που δεν αρκεί να σου τη διδάξουν, πρέπει να τη φροντίζεις και μόνος σου, όπως κάνεις με τις φιλίες, με τους έρωτές σου, με τις σχέσεις σου…

Λυδία Φωτοπούλου: Η αγένεια, η εγωπάθεια και η αδιαφορία.

από Γεωργία Οικονόμου