Η ημικρανία είναι ένα χρόνιο νευρολογικό νόσημα που χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενα επεισόδια μέτριας έως σοβαρής κεφαλαλγίας που συνήθως είναι σφύζουσα, συχνά στη μία πλευρά του κεφαλιού, και συνοδεύεται από ναυτία, έμετο και ευαισθησία στο φως, τους ήχους και τις οσμές.

Η ημικρανία επιδρά έντονα και περιοριστικά στις ικανότητες ενός ατόμου να πραγματοποιεί τις καθημερινές του δραστηριότητες, ενώ, σύμφωνα με την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας, αποτελεί μία από τις δέκα κύριες αιτίες πρόκλησης ανικανότητας στους άνδρες και τις γυναίκες. Παραμένει μία περιοχή με σημαντική, μη ικανοποιούμενη ιατρική ανάγκη.

Οι υπάρχουσες προληπτικές θεραπείες προέρχονται από άλλες ενδείξεις και συχνά συσχετίζονται με κακή ανεκτικότητα και έλλειψη αποτελεσματικότητας, κάτι που οδηγεί σε ολοένα και μεγαλύτερα ποσοστά διακοπής και δυσαρέσκεια μεταξύ των ασθενών.

Στην Ελλάδα 750.000 άτομα υποφέρουν από ημικρανίες, από τους οποίους οι 75.000 πάσχουν από τη χρόνια μορφή της διαταραχής. Επιπλέον, υπάρχουν 7.500  που υποφέρουν από αθροιστική κεφαλαλγία, η οποία τους καθιστά αλειτουργικούς κατά το σύντομο μεν, εξοντωτικό δε, χρονικό διάστημα που διαρκεί.

«Οι πάσχοντες από ημικρανία δεν αντιμετωπίζονται με τη σοβαρότητα που τους αρμόζει. Το πρόβλημα υποτιμάται από εργοδότες, γιατρούς και σχεδιαστές υγείας», τόνισε ο καθηγητής Νευρολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο, πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρίας Κεφαλαλγίας, κ. Δήμος-Δημήτριος Μητσικώστας, σε ενημερωτική εκδήλωση για την ημικρανία, επισημαίνοντας ότι η διαταραχή αυτή αποτελεί πρωτεύον σύμπτωμα για ιατρική βοήθεια που παρέχουν τα Ιατρεία Κεφαλαλγίας, τα οποία λειτουργούν και σε πολλά δημόσια νοσοκομεία.

Όσον αφορά στις προληπτικές (ή προφυλακτικές) θεραπείες, αυτές που χρησιμοποιούνται σήμερα μειώνουν ενδεχομένως τον αριθμό επεισοδίων ημικρανίας κάθε μήνα, ωστόσο μόνο περίπου το 10% των ατόμων λαμβάνουν τέτοιου είδους φάρμακα.

Σήμερα πλέον αναμένονται θεραπείες που στοχεύουν απόλυτα στην προφύλαξη της ημικρανίας, αλλά και της αθροιστικής κεφαλαλγίας. Πρόκειται για τα λεγόμενα «μονοκλωνικά αντισώματα», με πολλά πλεονεκτήματα έναντι των ήδη υπαρχουσών θεραπειών. «Τα νέα φάρμακα είναι απόλυτα ειδικά για την ημικρανία, εξασφαλίζουν μεγαλύτερη συμμόρφωση και έχουν μηδαμινές ανεπιθύμητες ενέργειες», εξήγησε ο κ. Μητσικώστας.

Τα φάρμακα που βρίσκονται προ των πυλών της αγοράς είναι τέσσερα και σύμφωνα με τις μέχρι τώρα ενδείξεις, αυτό που αναμένεται να κυκλοφορήσει πρώτο είναι το AMG 334 (erenumab). Το erenumab είναι ένα αντι-CGRP μονοκλωνικό αντίσωμα που έχει αναπτυχθεί ειδικά για την πρόληψη της ημικρανίας.

Είναι το μόνο πλήρως ανθρώπινο και δεσμεύεται εκλεκτικά στον υποδοχέα του CGRP, το οποίο θεωρείται ότι διαδραματίζει κύριο ρόλο στην πρόκληση του εξουθενωτικού πόνου της ημικρανίας.  Το AMG 334 (erenumab) είναι το πρώτο αντι-CGRP μονοκλωνικό αντίσωμα που έχει αναπτυχθεί για την πρόληψη της ημικρανίας, το οποίο λαμβάνει ρυθμιστική έγκριση από τον EMA για τα έγγραφα που υποβλήθηκαν σχετικά με αυτό

από Σοφία Κωστάρα