Αρχική > Αφιέρωμα > Μίμης Φωτόπουλος: Ο ποιητής και εικαστικός πίσω από τον πιο αγνό… μάγκα του ελληνικού κινηματογράφου

Μίμης Φωτόπουλος: Ο ποιητής και εικαστικός πίσω από τον πιο αγνό… μάγκα του ελληνικού κινηματογράφου

«Αγαπημένη μου

όταν μια μέρα θα με χάσεις

μη με ζητάς στα γκρίζα σύννεφα

καθώς θα πέφτει η βροχή

και θα σκορπάνε στους ανέμους

τα κίτρινα του φθινοπώρου φύλλα.

Μήτε στο φως του φεγγαριού

τις ανοιξιάτικες βραδιές.

Και του χειμώνα

τις σταχτιές νυχτιές

μη με ζητάς

μέσα στις φλόγες του τζακιού.

Στις κατοικίες των πεθαμένων

τα καλοκαίρια

μη με γυρέψεις άδικα.

Αν με θελήσεις

θα με βρεις

μεσ’ στων παιδιών μου την πνοή

και μεσ’ στις λίμνες των ματιών τους…» 

Το ποίημα ανήκει στον σπουδαίο Έλληνα ηθοποιό, Μίμη Φωτόπουλο. Μία πτυχή της προσωπικότητας και του ταλέντου του που, ίσως, δεν γνωρίζουν πολλοί. Υπήρξε ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του ελληνικού κινηματογράφου που άφησε το δικό του αποτύπωμα με τους ρόλους που ερμήνευσε.

Η ερμηνεία του στην ταινία «Το Σωφεράκι» στον ρόλο του αγνού μάγκα ταξιτζή εργένη, θα αφήσει εποχή και θα τον καθιερώσει ως τον πιο ταλαντούχο… μάγκα των Ελλήνων ηθοποιών.

Ο Μίμης Φωτόπουλος γεννήθηκε στις 20 Απριλίου 1913 στη Ζάτουνα Αρκαδίας.

Τα παιδικά του χρόνια ήταν ιδιαίτερα δύσκολα, καθότι έχασε σε πολύ μικρή ηλικία τον πατέρα του. Ξεκίνησε τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, ωστόσο στο δεύτερο έτος την εγκατέλειψε, καθώς η καλλιτεχνική του κλίση τον οδήγησε στην Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου.

Ντεμπούτο στα 19 του

Έκανε το ντεμπούτο του το 1932, σε ηλικία 19 ετών, στην παράσταση «Λοκαντιέρα», με τον θίασο Κουνελάκη.

Δύο χρόνια αργότερα αναχώρησε για την πρώτη του περιοδεία, με το θίασο «Δράματος, κωμωδίας, κωμειδυλλίου και επιθεωρήσεως» του Θεμιστοκλή Νέζερ.

Λίγο πριν από τον πόλεμο του ’40 έκανε ένα σύντομο πέρασμα απ’ τον χώρο του βαριετέ και το θέατρο της Κατερίνας, συμμετέχοντας σε πολεμικές επιθεωρήσεις και μουσικές ηθογραφίες.

Ακολουθεί η περίοδος με θιάσους μπουλουκιών σε περιοδείες στην ελληνική επαρχία.

Το 1939 παίζει στο «Βυσσινόκηπο» του Τσέχοφ με τον πρωτοεμφανιζόμενο τότε θίασο του Κάρολου Κουν.

Λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος του 1940, επιστρέφει σε μικρούς θιάσους, κάνει ένα σύντομο πέρασμα από το βαριετέ και το θέατρο της (κυρίας) Κατερίνας, συμμετέχοντας σε πολεμικές επιθεωρήσεις και μουσικές ηθογραφίες. Κάνει μεταγραφή στο θίασο Αργυρόπουλου, παίζοντας το ρόλο του Ασλάκσιν στον «Εχθρό του λαού» του Ερρίκου Ιψεν.

Η κατοχή, η Εθνική Αντίσταση και η εξορία

Στη διάρκεια της κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, στις τάξεις του ΕΑΜ.

Συμμετείχε στα Δεκεμβριανά, συνελήφθη από τις βρετανικές μονάδες και εκτοπίστηκε στο στρατόπεδο της Ελ Ντάμπα, από όπου επέστρεψε τον Μάρτη του 1945.

«Ξαφνικά, ένα βάναυσο χέρι μου χτύπησε τον ώμο. Γυρίζω και βλέπω έναν ταξιθέτη. Ήτανε το πασίγνωστο τομάρι του θεάτρου, ο Αποστόλης. Σε λίγο, να ‘μαι στα βάθη ενός κρατητηρίου. Βρισκόμουν βέβαια σε ένα αστυνομικό τμήμα, που στεγαζόταν σε κάποια πολυκατοικία κοντά στην οδό Αμερικής. Στην αρχή ήμουν ο μόνος ένοικος. Μα μέσα σε δύο ώρες, αυτό το μπουντρούμι είχε γεμίσει με τόσο κόσμο, που δεν είχαμε αέρα να αναπνεύσουμε…», έγραψε αργότερα στο «Ποτάμι της ζωής μου».
Το 1947 παντρεύεται τη Μαργαρίτα Τσάλα, με την οποία αποκτά δύο κόρες -η γυναίκα του θα εξοριστεί στη Γυάρο την περίοδο της Χούντας.
Ξεχώρισε για το εντελώς προσωπικό λαϊκό ύφος και τους έξυπνους και πάντα εύστοχους αυτοσχεδιασμούς του.

«Και μετά θα κάαααθεσαι»

Από το 1960 ασχολήθηκε με επιτυχία και με τη σκηνοθεσία.

Σημαντικότερες συμμετοχές του ήταν στο «Βυσσινόκηπο» του Τσέχωφ, στις «Αγριόπαπιες» του Ίψεν στο θέατρο Τέχνης, στο «Όνειρο καλοκαιρινής νύκτας» του Σαίξπηρ στο θέατρο του Βασιλικού Κήπου (1956) και για πολλά χρόνια συνεργάστηκε με τον Ντίνο Ηλιόπουλο.

Εμφανίστηκε σε δεκάδες κωμωδίες φάρσες αλλά και δραματικούς ρόλους.

Χαρακτηριστικές ερμηνείες στο «Ο καλός στρατιώτης Σβέικ» και «Δον Καμίλλο». Επίσης σε περισσότερες από 100 ταινίες με κωμικούς ρόλους όπως «Η Κάλπικη λίρα», «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο», «Τα κίτρινα γάντια», «Το σωφεράκι», «Ο Εμίρης και ο Κακομοίρης» (στην ταινία αυτή η Ελένη Προκοπίου αποτέλεσε την κινηματογραφική του κόρη), «Ο γρουσούζης» κ.ά.

Χαρακτηριστική του κινηματογραφική ατάκα που βρίσκουμε στην ταινία «Ο ουρανοκατέβατος»: «Και μετά θα κάααθεσαι!»

Για τελευταία φορά εμφανίστηκε στο θέατρο το 1984, μαζί με τον Λάκη Λαζόπουλο, στην επιθεώρηση «Μια στο Καστρί και μια στο πέταλο».

Ποιητής και εικαστικός

Ο Μίμης Φωτόπουλος ήταν ένας πολυσυλλεκτικός καλλιτέχνης. Εκτός από το ταλέντο του στην υποκριτική, είχε να επιδείξει συγγραφικό, αλλά και εικαστικό έργο.

Έγραψε τέσσερις ποιητικές συλλογές [ «Μπουλούκια» (1940), «Ημιτόνια» (1960), «Σκληρά τριολέτα» (1961) και «Ο θάνατος των ημερών» (1976) τρία αυτοβιογραφικά [ «25 χρόνια θέατρο» (1958), «Το ποτάμι της ζωής μου» και «Ελ Ντάμπα – Όμηρος των Εγγλέζων» (1965) ] και δύο θεατρικά έργα [ «Ένα κορίτσι στο παράθυρο» (1966) και «Πελοπίδας ο καλός πολίτης» (1976)

Την περίοδο της Δικτατορίας ασχολήθηκε, επίσης, με τη ζωγραφική. Στην εξορία άρχισε με γραμματόσημα να φτιάχνει πίνακες, χρησιμοποιώντας την τεχνική του κολλάζ. Συνολικά έκανε δέκα εκθέσεις των έργων του και πούλησε πάνω από εκατό πίνακες.

Υπήρξε μέλος του Δ.Σ. του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών, μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Ελευθέρου Θεάτρου και Πρόεδρος του Δ. Σ. Άρματος Θέσπιδος. Έκανε θεατρικές περιοδείες στην Αμερική, Γερμανία, Αίγυπτο, Τουρκία και Κύπρο. Τιμήθηκε με τα παράσημα Χρυσό Σταυρό του Γεωργίου Α΄ και Σταυρό του Αποστόλου Μάρκου Πατριαρχείου Αλεξανδρείας.
Ο Μίμης Φωτόπουλος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 73 ετών, στις 29 Οκτωβρίου 1986.