Ανακάλυψα ότι θέλω να ασχοληθώ σοβαρά με την υποκριτική όταν ήρθε η ώρα του μηχανογραφικού στην Γ’ Λυκείου. Από πάρα πολύ καλός μαθήτης που ήμουν, έκανα την επανάστασή μου και σχεδόν τα παράτησα για να περάσω στο θέατρο. Έχασα 36 κιλά και ξεκίνησε το όνειρο! Βέβαια δεν ξεκίνησε πολύ εύκολα γιατί υπήρχαν αρκετές απορρίψεις στην αρχή. Από εκεί και πέρα βγήκα στο θέατρο το 2007 με το «Λεωφορείον ο Πόθος» στο δεύτερο έτος της σχολής μου και για δέκα χρόνια ήμουν στην Θεσσαλονίκη, όπου πάντα στριφογύριζε στο μυαλό μου η ιδέα να κατέβω στην Αθήνα. Τότε συναντήθηκα με τον κύριο Μοσχόπουλο στην «Ιφιγένεια στην χώρα των Ταύρων» στο ΚΘΒΕ και μου πρότεινε να κατέβω στην Αθήνα.

Έτσι ξεκίνησε το ταξίδι της καθόδου από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα για τον Μιχάλη Συριόπουλο και όπως φαίνεται του βγήκε σε καλό, αν σκεφτεί κανείς την μέχρι τώρα πορεία του. Έχοντας πλέον κρεμασμένο στον λαιμό του τον σταυρό του Δημήτρη Χορν, με τον οποίο τιμήθηκε τον Μάρτιο που πέρασε και με σπουδαίες συνεργασίες σε θέατρο και τηλεόραση στο ενεργητικό του, ο Μιχάλης Συριόπουλος μίλησε στο Infowoman.gr για την παράσταση στην οποία πρωταγωνιστεί, τις πρόβες για το Φεστιβάλ Αθηνών φέτος το καλοκαίρι, τα συναισθήματά του τη στιγμή της βράβευσης και άλλα πολλά.

«Η Αρχή του Αρχιμήδη» είναι ένα εξαιρετικά επίκαιρο έργο. Πες μας δυο λόγια γι’ αυτό.

«Είναι ένα σύγχρονο έργο του Ζουζέπ Μαρία Μιρό που γράφτηκε το 2011 αλλά τώρα είναι πιο επίκαιρο από τοτέ. Η ιστορία διαδραματίζεται στα αποδυτήρια ενός κολυμβητηρίου σε μια ευρωπαϊκή πόλη, όπου έχει συμβεί ένα πολύ άσχημο περιστατικό σε μια κατασκήνωση, με κάποιον παιδόφιλο. Κατηγορείται λοιπόν ο πιο αγαπητός προπονητής των παιδιών, ο Τζόρντι, ότι φίλησε ένα αγοράκι στο στόμα. Αυτός ισχυρίζεται ότι του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο για να το ενθαρρύνει κι έτσι μέσα σε μία ώρα γκρεμίζεται όλη η ζωή του και γίνεται κάτι που είναι σύνηθες, ότι αφού κάποιος το είπε άρα έγινε. Στο τέλος γίνεται κάτι φρικτό που δεν θέλω να το προδώσω…


Το θέμα του έργου είναι το πώς μια κοινωνία μπορεί να γίνει όχλος χωρίς να σκεφτεί τίποτα. Το έργο δεν εξηγεί αν ο Τζόρντι είναι ή όχι παιδόφιλος. Είναι ένα πολύ έξυπνο έργο, το οποίο είναι πάρα πολύ έξυπνα γραμμένο, γιατί υπάρχει μια κινηματογραφική μορφή, όπου ξεκινάει από τη μέση, βλέπουμε τι γίνεται λίγο πριν, βλέπουμε διαφορετικές οπτικές… Είναι μια πολύ ωραία ιδέα του συγγραφέα. Μια παράσταση που αγαπήθηκε πραγματικά από τον κόσμο, δεν περίμενα ποτέ ότι θα είχε ουρές έξω από το θέατρο!».

Έχεις πει ότι σε συνδέει μια καρμική σχέση με τον Δημήτρη Χορν… Πώς ένιωσες τη στιγμή της βράβευσης;

«Στην αρχή των προσπαθειών μου να ενταχθώ σε μια δραματική σχολή είχα πάρα πολλές απορρίψεις, και σε όλες αυτές τις ακροάσεις πήγαινα με το τραγούδι «Πες μου μια λέξη» του Χορν. Δεν περίμενα ποτέ ότι 13 χρόνια μετά θα φοράω τον σταυρό του. Ήταν πολύ όμορφο και συγκινητικό. Εγώ από εκείνη τη βραδιά που ειλικρινά δεν ήξερα ποιος θα πάρει το βραβείο, έχω να θυμάμαι μια πάρα πολύ ωραία συγκίνηση, γιατί είναι πολύ ωραίο να επιβραβεύεται ο μόχθος και τα όνειρα και νομίζω ότι αυτό πρέπει να γίνει παράδειγμα για οποιονδήποτε, όχι μόνο ηθοποιό. Νομίζω ότι λόγω της κρίσης οι άνθρωποι βάλαμε πρώτα τα λεφτά και την επιβίωση και μετά τα όνειρα και αυτό είναι ό,τι πιο κακό και άσχημο μπορείς να κάνεις σε μία κοινωνία. Εγώ πάλεψα πολύ για τα όνειρά μου και επιβιώνω από αυτά. Αυτό θα ήθελα να το βροντοφωνάξω: Ονειρευτείτε και παλέψτε για τα όνειρά σας!».

Φέτος συμμετείχες στην επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά «Η Επιστροφή». Τι κέρδισες από αυτή τη συνεργασία;

«Από τη συγκεκριμένη δουλειά, πέραν του ότι γνώρισα εξαιρετικούς ανθρώπους που σε τέτοιους δύσκολους καιρούς κάνουν μια πολύ ωραία παραγωγή με ελάχιστα χρήματα, έμαθα κάτι που δεν το έχει το θέατρο. Στο θέατρο, για παράδειγμα, κάνουμε τρίμηνες πρόβες, εκεί έμαθα πώς είναι να ρισκάρεις και να παίζεις εδώ και τώρα και ήτα πάρα πολύ χρήσιμο αυτό για μένα. Γενικότερα όμως συνάντησα πολύ ωραίους ανθρώπους που έχουμε παραμείνει πλέον φίλοι. Ουσιαστικά την τηλεόραση δεν την ήξερα, τώρα την γνώρισα».

Διδάσκεις σε καλλιτεχνικά εργαστήρια σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Ποια συμβουλή δίνεις στους εκολαπτόμενους ηθοποιούς;

«Το εργαστήριο μου στη Θεσσαλονίκη κλείνει επτά χρόνια και στην Αθήνα δύο. Η διδασκαλία για εμένα είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να μου συμβεί γιατί με κάνει γενναιόδωρο και γιατί δεν κρατάω τίποτα για τον εαυτό μου. Είναι πολύ ωραίο αυτό να σου συμβαίνει. Με εμένα αυτό άρχισε να γίνεται, όσο αστείο κι αν ακούγεται, στα 27 μου. Είναι πολύ όμορφο. Έχω ανθρώπους που στην ουσία μεγαλώνω μαζί τους. Αν και το επάγγελμά μας είναι ματαιόδοξο, είναι ομαδικό και μόνο μέσα από την ομάδα μπορείς να υπάρξεις. Επομένως, επιμένω πάρα πολύ στο μαζί, επιμένω πάρα πολύ στο εδώ και τώρα και στα ανοιχτά μάτια και ανοιχτά αυτιά εντός και εκτός σκηνής».

Αυτή την περίοδο κάνεις πρόβες για το Φεστιβάλ Αθηνών. Πες μας δυο λόγια για την παράσταση.

«Ναι, κάνουμε πρόβες για την «Γιαννούλα την Κουλουρού» σε σκηνοθεσία του Γιώργου Παπαγεωργίου, μία πολύ όμορφη δουλειά, κάτι τελείως διαφορετικό από αυτό που κάνω τώρα και αδημονούμε να ξεκινήσουμε. Η Γιαννούλα η Κουλουρού είναι μια διασκευή της Θεοδώρας Καπράλου όπου έχει σκεφτεί να βρει τη Γιαννούλα την Κουλουρού και τρεις καρναβαλιστές, οι οποίοι είναι στην ουσία οι θύτες, οι άνθρωποι που μέσω του καρναβαλιού αφηγούνται την ιστορία της Γιαννούλας και κάνουν αυτό το πολύ άσχημο έθιμο-bullying. Εγώ λοιπόν είμαι ένας από αυτούς του τρεις ανθρώπους και με πολλή χαρά με τους άλλους συνάδελφούς μου, προσπαθούμε να δημιουργήσουμε έναν πολύ όμορφο κώδικα. Είναι μια πολύ απαιτητική παράσταση που εν τέλει δεν ξέρω αν γελάς ή κλαις με αυτά που γίνονται».

Με τόσες επαγγελματικές υποχρεώσεις φαντάζομαι δεν θα έχεις πολύ ελεύθερο χρόνο, αλλά τι σου αρέσει να κάνεις όταν τελικά καταφέρνεις να βρεις;

«Θέλω να βάλω τα κλάμματα με αυτό που λες! (γέλια). Μέσα σε όλο αυτό το πρόγραμμα κάπου έχω τον εαυτό μου και πρέπει να τον βρω! Μου αρέσει να βγαίνω βόλτα με τον σκύλο μου κάπου ήσυχα, γιατί πραγματικά έχει τόση φασαρία η μέρα μου, που θέλω να πάω κάπου με ένα ωραίο βιβλίο ή με ωραίες μουσικές, και να χαλαρώσω ή να περπατήσω. Αλλά ας μην είμαι αχάριστος! Ο ελεύθερος χρόνος είναι βασικότατος. Θέλω να πω, κάνω αυτό που ονειρεύομαι και η δουλειά μου είναι μαγεία, αλλά είναι και απαιτητική. Παίζουμε με το νευρικό μας σύστημα και το σώμα μας όλη μέρα, θέλει και λίγη ξεκούραση. Επομένως, περιμένω πάρα πολύ το καλοκαίρι για να φύγω σε κάποιο νησάκι και να ξεκουραστώ».

Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σου;

«Θα σου έλεγα πως είναι ο θάνατος και γι’ αυτόν τον λόγο κάνω θέατρο αλλά όσο μεγαλώνω, αλλάζει ο φόβος μου και γίνονται οι άνθρωποι που είναι τόσο απόλυτοι σε όλα. Με φοβίζει αυτό και με παγιδεύει. Νομίζω όμως ότι ζούμε σε μια πλάνη όλοι μας, γιατί σε αυτή την πλάση φτιαχτήκαμε για να είμαστε όλοι ίσοι κι εμείς νομίζουμε ότι είμαστε οι βασιλιάδες όλων και είναι τόσο άδικο αυτό… Αυτό με φοβίζει, ο άνθρωπος!».

από Μαρία Ιωαννάτου