Οι περιγραφές του είναι ολότελα αληθινές. Γνώριμες καταστάσεις, που οι φίλοι των βιβλίων λατρεύουν να ζουν ξανά και ξανά. Γιατί είναι ο τρόπος τους να συνδέονται με άλλους βιβλιοφάγους φίλους και να ανταλλάσσουν… απόψεις…



Ο Αύγουστος Κορτώ άφησε σήμερα ένα post αφιερωμένο σε όλες αυτές τις πολύτιμες στιγμές που ένα βιβλίο, το θρόισμα του θαλασσινού αγέρα και το τραγούδι των τζιτζικιών γίνονται η καλύτερη παρέα για το καλοκαίρι…

“Το καλοκαίρι προσφέρεται – είναι ταμάμ – για διάβασμα: πέντε, δέκα, δεκαπέντε μέρες αραλίκι, άφθονος χρόνος να πιάσεις τα βιβλία που δεν κατάφερες να διαβάσεις όλη τη χρονιά (γιατί το βράδυ, στο πεντάλεπτο, έκλειναν τα μάτια σου), να τα χορτάσεις σε παραλίες, αντίσκηνα, ενοικιαζόμενα με το ερκοντίσιον στο φουλ και τα σεντόνια γεμάτα άμμο: η αναγνωστική ηδονή στο αποκορύφωμά της.

Αλλά είμαστε θερμόαιμος λαός, κι εύκολα αρπαζόμαστε – ακόμα και για θέματα όπως το βιβλίο, όπου δεν έχει θέση ο καυγάς: κάθε βιβλίο, και κάθε ανάγνωσή του, είναι κι ένας άλλος κόσμος – τι νόημα έχει να τσακώνεσαι για σύμπαντα που δεν τέμνονται πουθενά;

Αψιμαχίες βιβλιοφάγων


Για να είμαι ειλικρινής, κι εγώ, στο παρελθόν, στην αρρύθμιστη, έξαλλη νιότη μου, έχω πλακωθεί κάμποσες φορές για συγγραφείς και βιβλία – και πάντα παρατηρώ με αμηχανία τις αψιμαχίες των βιβλιοφάγων, τον λάτρη του Κάφκα που χλευάζει το κοινό των αστυνομικών, τον φανατικό των ρομάντζων που ψέγει ως ψευτοκουλτουριάρη αυτόν που θα κουβαλήσει στην παραλία τον Αισχύλο σε μετάφραση Γρυπάρη.

Αλλά η ζωή είναι πολύ μικρή και πολύ ζόρικη για να τη βαραίνεις κι άλλο. Ο καθένας διαβάζει αυτό που γουστάρει – κι αν δεν το γουστάρει, δεν χάλασε κι ο κόσμος αν το παρατήσει: δεν θα παρεξηγηθεί ο Ντίκενς αν αφήσεις στην άκρη την ‘Ιστορία δύο πόλεων’, ούτε θα σου κρατήσει μούτρα ο Νέσμπο αν μπαφιάσεις με το τούβλο του, και με το ψυχοπλάκωμα του βασανισμένου Χάρι Χόλε.

Να φχαριστιόμαστε είναι το θέμα. Ο άνθρωπος επινόησε την τέχνη για να ομορφύνει τη ζωή του και τις ζωές των άλλων, για να περνάει – για να περνάμε όλοι – καλύτερα.

Καλές βουτιές, λοιπόν, και καλά διαβάσματα!”

από Σοφία Κωστάρα