Αρχική > Βιβλίο > Μαρία Γιαννάτου: Η κόρη του ηθοποιού Μιχάλη Γιαννάτου γράφει ποιήματα και θυμάται το βράδυ που ο Σπίλμπεργκ τον έβγαλε για δείπνο

Μαρία Γιαννάτου: Η κόρη του ηθοποιού Μιχάλη Γιαννάτου γράφει ποιήματα και θυμάται το βράδυ που ο Σπίλμπεργκ τον έβγαλε για δείπνο

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, μέσα σ’ ένα απόλυτα καλλιτεχνικό περιβάλλον, καθώς οι γονείς της ήταν και οι δυο ηθοποιοί. Ο λόγος για τη Μαρία Γιαννάτου, μία εξαιρετικά ταλαντούχα συγγραφέα που  αγαπάει κάθε είδους γραφή είτε αυτή είναι ακαδημαϊκή είτε λογοτεχνική. Η πρώτη της ποιητική συλλογή «Ρίζες» είναι αφιερωμένη στους γονείς της και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις 24 γράμματα. Επίσης, το ποίημα της «Σύμπαν», εκδόθηκε σε συλλογική ποιητική ανθολογία Ξύπνησα σε μία Χώρα, Ελληνική ποίηση σε ενεστώτα χρόνο (I WOKE UP IN A COUNTRY, Greek poetry at the present time), από το ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ.

Εμείς είχαμε μαζί της μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συζήτηση από την οποία δε «λείπει» ο πατέρας της, ο σπουδαίος Μιχάλης Γιαννάτος, ο Έλληνας ηθοποιός που κέρδισε την καρδιά του Στίβεν Σπίλμπεργκ με την αμεσότητα του χαρακτήρα του στην εξαιρετική ταινία «Μόναχο», ενώ ο Άλαν Πάρκερ βασίστηκε στις συμβουλές του για τα γυρίσματα του «Εξπρές του Μεσονυχτίου» που γνώρισε τεράστια επιτυχία και συγκαταλέγεται στις κλασικές του παγκόσμιου κινηματογράφου. Ήταν επίσης αγαπημένος ηθοποιός του Θόδωρου Αγγελόπουλου, και έπαιξε σε όλες τις ταινίες του σπουδαίου σκηνοθέτη, από το 1980 και μετά.

Τι σε ώθησε να γράψεις το βιβλίο αυτό;

Ο πόνος ο εσωτερικός όταν μοιράζεται γίνεται πιο «ελαφρύς». Ήταν μια ανάγκη έντονη να εκφράσω την οδύνη μου, τον πόνο που μου προκάλεσε ο θάνατος των γονιών μου, διότι όλοι θα περάσουμε από αυτό το σκαλοπάτι της απώλειας.

Ήθελα, λοιπόν, να μνημονεύσω τα πρόσωπα των γονιών μου τόσο για την παρουσία τους στη ζωή μου, όσο και για την καλλιτεχνική τους προσφορά. Τέλος, να μιλήσω σε μια γλώσσα κοινή για όλους τους ανθρώπους που έχουν βιώσει απώλειες και έχουν δει το σκοτάδι εκεί κάτω, πόσο σε τραβάει κοντά του…

Τι συμβολίζει η λέξη «Ρίζες» για σένα;

Μια ολότητα, μια σύνδεση βαθιά του ανθρώπου με τη φύση. Το δέντρο για εμένα είναι ένας Θεός! Μπορείς να του εξομολογηθείς τον πιο βαθύ σου πόνο, την μεγαλύτερη αμαρτία σου, να του δείξεις το σκοτάδι σου και αυτό θα είναι εκεί να σε ακούσει και να σε συντροφεύσει και στο τέλος, να σε σκεπάσει, να μπλεχτείς με τις ρίζες του, να παίξεις μαζί του. Είναι η βαθιά σχέση, κυρίως, του ανθρώπου με τους γονείς του, μια σχέση ολόκληρης ζωής και η σχέση του ανθρώπου με τον τόπο του, τις ρίζες του που λέμε. Ε, ο άνθρωπος όταν χάσει τους γονείς του ή φύγει από τον τόπο του για οποιοδήποτε λόγο, ξεριζώνεται, πραγματικά. Μένει μετέωρος στον αέρα!

Τι θυμάσαι πιο έντονα από την παιδική σου ηλικία;

Θυμάμαι έντονα το πρώτο VHS που πήραμε και βλέπαμε οικογενειακώς, ταινίες και παιδικά, ήμουν πέντε ετών, τότε. Θυμάμαι, τη μητέρα μου να μας ζωγραφίζει παρτιτούρες και εμείς να μαγευόμαστε. Τη γιαγιά να μας κρύβει σοκοφρέτες κάτω από τα μαξιλάρια και εμείς να τρέχουμε για να τις βρούμε. Τα καλοκαίρια – όταν πήγαινα γυμνάσιο, αράζαμε σε ενοικιαζόμενα δωμάτια στο Λουτράκι, κάθε βράδυ πηγαίναμε θερινό σινεμά και βλέπαμε ό,τι ταινία έπαιζε, χωρίς περιορισμούς (τότε είχα δει και το ‘’Παιχνίδι Των Λυγμών’’ δε θα την ξεχάσω ποτέ αυτή την ταινία!). Δε θα ξεχάσω και το μαγείρεμα της μαμάς και τις χωριάτικες σαλάτες, τον καγιανά που λάτρευα και τα πρώτα μουσικά ακούσματα, από ιταλικά τραγούδια, που έπαιζε σε κασέτες ο πατέρας μου ένα καλοκαίρι πολύ παλιά, τη δεκαετία του ’80 στην Ανάβυσσο, και εγώ σαν μικρό κοριτσάκι να ζωγραφίζω, παράλληλα, ή να λύνω ασκήσεις στο καλοκαιρινό βιβλίο: ‘’Ζωγραφίζω και Μαθαίνω’’. Επίσης, το να παίζω με τα αδέρφια μου και να ρουφάω τις μουσικές τους επιλογές.

Φυσικά, θυμάμαι έντονα τους γονείς μου που με έπαιρναν μαζί τους σε γυρίσματα τηλεοπτικών σειρών, το στούντιο ΑΤΑ, τον Στράτο Τζώρτζογλου, την Μιμή Ντενίση, την Τάνια Τρύπη, (είχαν συμμετάσχει στη σειρά και οι δύο και πιο πολύ η μητέρα μου που υποδυόταν την μαμά της Τάνιας Τρύπη στην τηλεοπτική σειρά ‘’Οι Φρουροί της Αχαΐας’’) τη Ναταλία Τσαλίκη (την είχαμε συναντήσει στο στούντιο ΑΤΑ και μου είχε τσιμπήσει το μάγουλο, θυμάμαι την ειλικρινή της γλύκα!), τη Βάσια Παναγοπούλου, την Χίλντα Ηλιοπούλου, τον Θωμά Παλιούρα (στην τηλεοπτική σειρα ’’Casa Di Macaroni’’ και μάλιστα σαν παιδί είχα συμμετάσχει σαν κομπάρσος μαζί με την μαμά μου και είχα χαρεί πολύ!). Τις ιστορίες που μας αφηγούνταν από την περιοδεία τους με τον Θανάση Βέγγο που είχαν κάνει σε Αυστραλία και Αφρική.

Αμυδρά, θυμάμαι, ίσως μέσα από τις αφηγήσεις των γονιών μου και τις φωτογραφίες που είχαν, το Μινιόν και μια θεατρική παράσταση του πατέρα μου με τον Θανάση Βέγγο και έναν άνθρωπο ντυμένο με στολή γορίλα που φοβόμουνα.

Ωστόσο, τα χρόνια εκείνα ήταν και δύσκολα;

Υπήρχε αυτή η έντονη αντίφαση, όσον αφορά την εικόνα που έχουν οι άνθρωποι στο μυαλό τους όταν μαθαίνουν ποιος είναι ο πατέρας μου και το τι πραγματικά πέρναγα. Θυμάμαι το bullying που δέχτηκα, την απόρριψη που βίωσα και το να μην έχουμε να φάμε. Μας σταμάτησαν από τα αγγλικά όταν απέλυσαν τον πατέρα μου από το ξενοδοχείο Caravel, με τη δικαιολογία ότι είχε και άλλη δουλειά, εκείνη του ηθοποιού. Φανταστείτε πως στο ξενοδοχείο αυτό δούλευε επί δεκαπέντε χρόνια και ήταν το σταθερό μας εισόδημα. Οι γονείς μας, πραγματικά, έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν για εμάς, θυσιάζοντας πολλά, όπως η μητέρα μου παράτησε το επάγγελμα της ηθοποιού και της είχε μείνει η πικρία και το παράπονο, δικαιολογημένα!

Πού εστιάζονται οι αναμνήσεις σου με τον πατέρα σου;

Θυμάμαι να με παίρνει μαζί του σε γυρίσματα όπως είπα, να μου διαβάζει Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, να με πηγαίνει στις κούνιες, να με κάνει να μην φοβάμαι το ύψος της κούνιας, να με μαθαίνει ποδήλατο, να μου αγοράζει σταφίδες ή λευκή σοκολάτα ή σοκολάτα με γέμιση φράουλας, να διαβάζει τα σενάρια, να μαθαίνει τον ρόλο, να μου ζητάει να τον βοηθήσω με τα λόγια, να μεταγλωττίζει ταινίες κινούμενων σχεδίων μάνγκα, να πηγαίνω σε πρεμιέρες θεατρικών παραστάσεων στο Αμόρε, στο θέατρο του Αντώνη Αντωνίου ή στο θέατρο Μέλι. Επίσης, να τρέχει να προλάβει και να λείπει σε γυρίσματα, και όσο μεγάλωνε τόσο περισσότερο τον στεναχωρούσαν οι κλίκες, η δηθενιά, η αδικία και η υποκρισία που έβλεπε να λαμβάνουν χώρα στον καλλιτεχνικό χώρο.

Τι μοιραζόταν μαζί σου από τον χώρο του κινηματογράφου;

Δεν θυμάμαι κάτι συγκεκριμένο. Απλά, θυμάμαι την βαθιά εκτίμηση που είχε μέσα από την σταθερή συνεργασία του με τον Θεόδωρο Αγγελόπουλο, την αγάπη του για τον Θανάση Βέγγο. Θυμάμαι να μας μιλάει για την πολυτέλεια του Χόλιγουντ, για την βραδιά που ο Στίβεν Σπίλμπεργκ τον έβγαλε για δείπνο! Μιλούσε με πίκρα όταν αναφερόταν στην αναξιοπρέπεια που υπάρχει στην Ελλάδα, και στον καλλιτεχνικό χώρο. Ενώ από την άλλη τόνιζε την δυνατότητα της αξιοπρεπούς διαβίωσης που έχουν οι άνθρωποι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Και πάντα τον θυμάμαι να νιώθει νοσταλγία για την Πόλη του, την αξιοπρέπεια και την καθαρότητα που λειτουργούν σε άλλες ερωπαϊκές χώρες, σαν ποιότητα ζωής. Συμμερίζομαι κι εγώ τις απόψεις του αυτές, καθώς σήμερα, πλέον, όλη η γενιά μας έχει μετοικίσει στο εξωτερικό και εγω στην επαρχία κάθε δεκάμηνο, ως αναπληρώτρια εκπαιδευτικός θεατρικής αγωγής.

Πιστεύεις πως αναγνωρίστηκε αρκετά η αξία του εδώ στην Ελλάδα;

Όχι, βέβαια, σε καμία περίπτωση δεν αναγνωρίστηκε η αξία του και το έργο του! Δεν έχει γίνει μια ξεχωριστή εκδήλωση για να τιμηθεί η μνήμη του και το έργο του, η προσφορά του στον χώρο της τέχνης. Τώρα τι περιμένετε; Δεν έγινε φυσικά ούτε όσο ζούσε. Είναι εξαιρετικά ανταγωνιστικός ο καλλιτεχνικός χώρος στην Ελλάδα, δυστυχώς!