Ένα από τα μεγαλύτερα κεφάλαια της προσωπικής της Ζωής Λάσκαρη ήταν ο Τόλης Βοσκόπουλος. Ο έρωτας της Ζωής Λάσκαρη και του Τόλη Βοσκόπουλου ξεκίνησε το καλοκαίρι του 1970 και τελείωσε το καλοκαίρι του 1973. Η αδελφή του τραγουδιστή, Παναγιώτα Βοσκοπούλου στα απομνημονεύματά της αναφέρεται και στον έρωτα του αδελφού της με τη Ζωή Λάσκαρη, όταν ακόμα ήταν παντρεμένος με τη Στέλλα Στρατηγού:



«Τη Λάσκαρη τη γνώρισε όταν έπαιζαν μαζί στο “Μαριχουάνα Στοπ”. Τότε τρελάθηκε ο άνθρωπος. Το παθαίνει αυτό οποιοσδήποτε όταν ερωτευτεί. Αυτό έπαθε όταν γνώρισε τη Ζωή. Και ξέχασε και σπίτι και δουλειά και συνεργάτες και τα πάντα και έφυγε μαζί της. Η Στέλλα η καημένη τότε που έφυγε με τη Δούκισσα, προσπάθησε, έτρεξε, τον «κυνήγησε» και τον κατάφερε να έρθει πίσω.

Μα τώρα με τη Λάσκαρη δεν έκανε τίποτα, γιατί κατάλαβε πως ότι κι αν έκανε θα ήταν πια μάταιο. Φυσικά και φώναξε και έκλαψε και στενοχωρήθηκε. Μα όταν τελικά χώρισε έκανε την ανάγκη φιλοτιμία και το ξεπέρασε. Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει άλλωστε. Η ζωή συνεχίζεται και είναι τόσο ωραία. Ό,τι πέθανε, πάει πέθανε. Και ο έρωτας του Τόλιου για τη Στέλλα δεν υπάρχει, που θα πει πέθανε. Η Στέλλα το κατάλαβε και το κατάπιε και πια δεν είπε τίποτα άλλο.


Πάντως ένα πράγμα είναι βέβαιο: Μπορεί ο έρωτας του Τόλιου για εκείνη να πέθανε, έμεινε όμως η εκτίμηση και η αγάπη του και το ενδιαφέρον του που είναι πάντα ζωντανά για τη Στέλλα. Όσα χρόνια κι αν περάσανε, της το δείχνει με κάθε τρόπο. Για παράδειγμα, ό,τι ώρα και να του πει «Τόλιο έχω ανάγκη από λεφτά», κόβεται και της τα στέλνει. Και είπαμε, έφυγε με τη Λάσκαρη και άρχισε μια ιστορία μαζί της που κράτησε περίπου τρία χρόνια.

Τρία χρόνια έρωτας, πάθος και λατρεία. Μα και τρέλα και στενοχώρια και αγωνία. Έρωτας τρελός, λοιπόν, για τη Λάσκαρη. Θεά την έβλεπε και θεά την ένιωθε. Ξανθή αγαπημένη Παναγιά. Πρέπει, όμως, να πω πάλι πως καμιά γυναίκα του, εκτός από τη Στέλλα, δεν του έδειξε αυτή την αφοσίωση, αυτή την αγάπη. Τρία χρόνια με τη Λάσκαρη, λοιπόν, έρωτας και πάθος και έκσταση. Οι εραστές του ονείρου. Του ονείρου που τελείωσε και έσβησε τόσο γρήγορα. Αν εξαρτιόταν από αυτόν, αυτό το όνειρο θα μπορούσε να ήταν ατελείωτο και παντοτινό και πραγματικό. Μα αφού άλλα ονειρευόταν αυτός και άλλα μελέταγε εκείνη, το όνειρο πήρε τέλος.

Και μια μέρα βρέθηκε ως συνήθως μόνος, πικραμένος να κλαίει. Ήταν απαρηγόρητος. Είχε κλειστεί στον εαυτό του και δεν ήθελε να βλέπει άνθρωπο. Τόσο πολύ του είχε κοστίσει. Μεταξύ αυτών που του συμπαραστάθηκαν τότε ήταν και η Μαρινέλλα…».

Ο έρωτας του Τόλη και της Ζωής κράτησε μόλις 3 χρόνια και απασχόλησε πολύ τον Τύπο της εποχής. Ο νεαρός τότε τραγουδιστής και ηθοποιός είχε τραγουδήσει για εκείνη αποκλειστικά το «Ξανθή αγαπημένη Παναγιά».

Ο έρωτας και το πάθος του ζευγαριού κατέληξε σε άδοξο χωρισμό, με την ηθοποιό να χωρίζει τον τραγουδιστή και εκείνος να περνά μια πολύ δύσκολη περίοδο στην προσωπική του ζωή, την ώρα που ζούσε στιγμές δόξας στην καριέρα του.

Ο Πάνος Ζόγκας γράφει στο Down Town πώς γράφτηκε ο επίλογος της σχέσης τους:

«Το καλοκαίρι του ’73 είναι το σκοτεινό καλοκαίρι που γράφτηκε ο επίλογος της σχέσης τους. Τότε ο Τόλης είχε κλείσει μια σειρά συναυλιών στη Νέα Υόρκη. Η Ματούλα λέει για για πρώτη φορά τι ακριβώς έγινε εκείνη την περίοδο: “Ο Τόλης φοβόταν πολύ τα αεροπλάνα. Δεν ταξίδευε ποτέ. Έτσι αποφασίσαμε να πάμε εγώ, ο Τόλης, η Ζωή και η Μάρθα Καραγιάννη με το πλοίο. Το ταξίδι κράτησε 30 μέρες, εκεί ο Τόλης θα έμενε δύο εβδομάδες και μετά θα επέστρεφε πάλι με το καράβι. Η Ζωή όμως έπρεπε να επιστρέψει πιο γρήγορα για να γυρίσει τον Αστερισμό της Παρθένου. Επιστρέφει στην Ελλάδα και κατά κάποιον τρόπο εξαφανίζεται”.

Ο θρίαμβος του Τόλη στη Νέα Υόρκη γρήγορα μετατράπηκε σε εφιάλτη. Η Ματούλα εξηγεί: “Εγώ ήμουν στην Ρώμη, όσο ο Τόλης ήταν στην Αμερική. Μου τηλεφωνεί μια μέρα η Ζωή και μου λέει «μάζεψε τα πράγματά σου και έλα επειγόντως στην Αθήνα, αποφάσισα να τελειώσει η ιστορία με τον Τόλη. Πρέπει να έρθεις και να πας στο αεροδρόμιο να τον παραλάβεις”. Έκανα ό,τι μου είπε η Ζωή. Τον περιμένω στο αεροδρόμιο και τον βλέπω να έρχεται στην αίθουσα σχεδόν συντετριμμένος. Συνέβησαν πολλά και τίποτα. Απλώς η Ζωή αποφάσισε να περάσει στο επόμενο κεφάλαιο της προσωπικής της ζωής και ποτέ δεν είπε στον Τόλη «χωρίζουμε». Απλώς εξαφανίστηκε, δεν απαντούσε στα τηλέφωνα και εκείνος τρελαινόταν ακόμη περισσότερο. Ακόμη και σε αεροπλάνο μπήκε, που τα έτρεμε, για να έρθει στην Αθήνα και να μάθει τι γίνεται. Ο φόβος ότι έχανε τη Ζωή υπερνίκησε τη φοβία του για τις πτήσεις, δεν καταλάβαινε τίποτα. Η μόνη, λοιπόν, που θα μπορούσε να τον παραλάβει ήμουν εγώ. Ήμουν η πιο κατάλληλη για να τον παρηγορήσει, να του εξηγήσει, να τον ηρεμήσει. Γιατί κατά τη διάρκεια της σχέσης τους, ήμασταν οι τρεις μας συνέχεια μαζί και έτσι ανέλαβα τον ρόλο να του ανακοινώσω ότι όλα τελείωσαν.

Αρχείο Φίνος ΦιλμΑρχείο Φίνος Φιλμ

Αμέσως από το αεροδρόμιο πήγαμε στον Αστέρα Βουλιαγμένης, στις καμπάνες στη Γλυφάδα και μείναμε για λίγο καιρό εκεί. Εκείνη την περίοδο μάθαινε νέα της Ζωής, το πώς ήταν και συχνά έκλαιγε σαν μωρό παιδί. Κάθε βράδυ περνούσε με το αυτοκίνητό του έξω από το σπίτι της, καθόταν περίπου μία ώρα από κάτω και έφευγε. Ήταν απαρηγόρητος. Είχε κλειστεί στον εαυτό του και δεν ήθελε να βλέπει άνθρωπο. Η φράση “τα λόγια είναι περιττά” ήταν ένας τίτλος που βγήκε γι’ αυτήν τη σχέση. Για εμένα ο Τόλης δυο γυναίκες αγάπησε μόνο. Τη Ζωή Λάσκαρη και την Άντζελα Γκερέκου. Απλώς τη Ζωή τη γνώρισε σε μια εποχή που ήταν και οι δύο πολύ νέοι και είχε κατά κάποιον τρόπο ο δεσμός τους ημερομηνία λήξης”.

Η Κική Σεγδίτσα θυμάται την ψυχολογική κατάσταση του Τόλη εκείνη την περίοδο: «Όταν ο Τόλης γύρισε από την Αμερική, πήγε στο σπίτι όπου έμεναν, στους πρόποδες του Λυκαβηττού και το έσπασε ολόκληρο. Έσκισε όλα τα φουστάνια, είχε μίσος. Και μετά εξαφανίστηκε από όλους μας. Μια μέρα τηλεφώνησα στο σπίτι της Ματούλας. Ήταν εκεί, τον βρήκα. Και μου λέει: «Κική, τα διέλυσα όλα. Όλα έγιναν συντρίμμια. Ψυχή μου, αυτό στοίχισε όλη μου τη ζωή»!».

από Σοφία Κωστάρα