Ο Γιάννης Κόκας, έγραψε ένα έργο, το «Γιαλήτες ή αλήτες του γιαλού»,  για την ανδρική φιλία και τον έρωτα. Ο ίδιος υπογράφει και τη σκηνοθεσία της παράστασης, ενώ πρωταγωνιστεί μαζί με επτά ακόμη ηθοποιούς.



Εμείς συναντήσαμε τα τέσσερα κορίτσια της παρέας, την Εύη Αργυρίου, τη Βερόνικα Μπακόλα, τη Χριστίνα Τζιάλλα και την Κωνσταντίνα Τσιτσία – Γεωργαντά, και σε μια χαλαρή κουβέντα, λίγο μετά την παράσταση στο θέατρο Φούρνος, προσπαθήσαμε να απαντήσουμε στο ερώτημα που απασχολεί χιλιάδες γυναίκες σήμερα: «Γιατί μπλέκουμε με αλήτες;».  

Το ταλαντούχο κοριτσίστικο καρέ, απαντά με ειλικρίνεια και χιούμορ.


Ας ξεκινήσουμε, από τα βασικά: «Τι γίνεται σ’ αυτή την παράσταση;» Η Βερόνικα Μπακονικόλα απαντά: «Ο Αλέξανδρος κι η Φανή χωρίζουν. Οι φίλοι του Αλέξανδρου για να είναι κοντά του αποφασίζουν να μετακομίσουν όλοι μαζί σε ένα υπόγειο. Σιγά σιγά ένας-ένας συνειδητοποιούν πως κάτι δεν πάει καλά και με τις δικές τους σχέσεις κι εκεί ξεκινάνε όλα. Το έργο παρουσιάζει τον έρωτα σε όλες του τις εκφάνσεις, καθώς και την φιλία που φυσικά μέσα σ’ αυτή εμπεριέχεται κι ο έρωτας».

Η Χριστίνα Τζιάλλα, βλέπει το έργο κάτω από μια πιο ψυχαναλυτική σκοπιά και συμπληρώνει: «Το έργο αντιτίθεται στον φόβο του θανάτου και πολεμά την αποξένωση των νέων ανθρώπων της εποχής μας. Αντιτίθεται στα βαθιά συστήματα που θέλουν τον άνθρωπο μόνο, άρα ευάλωτο και τρωτό. Δεν προτείνει κάποια μαγική λύση, αλλά δείχνει τη δυσκολία να ξεφύγει κάποιος από τον κύκλο εκείνο, που από τη γέννα του ήδη τοποθετήθηκε εκεί, αδυνατώντας να συνειδητοποιήσει ότι ο κόσμος δεν είναι μόνο μια γραμμή από διαβήτη στο έδαφος. Η ελπίδα που υπάρχει διάχυτη στο έργο, έγκειται σε αυτή ακριβώς την  συνειδητοποίηση και την προσπάθεια για αλλαγή. Είναι ένα έργο με σουρεαλιστικά στοιχεία και ταυτόχρονα, βαθιά ρεαλιστικό». 

Γιατί αξίζει να δει κανείς την παράσταση;
Η Εύη Αργυρίου απαντά: «Είναι μια καλή ευκαιρία να δει κάποιος από απόσταση πως λειτουργεί η ίδια η ζωή. Η ιστορία δεν ωραιοποιεί, δεν υπερβάλλει, δεν παίρνει θέση απέναντι σε τίποτα – απλώς ξεκινάει όταν ανάβουν τα φώτα και τελειώνει όταν κλείνουν. Ίσως φεύγοντας να τον έχουμε βοηθήσει να απενοχοποιήσει και τα δικά του λάθη γιατί η ζωή συνεχίζεται μαζί με αυτά»

 Η Κωνσταντίνα Τσιτσία από την άλλη δίνει μια πιο πρακτική απάντηση στην ερώτηση: «Στο θέατρο πάμε για να διασκεδάσουμε,  να γελάσουμε, να συγκινηθούμε, να ταυτιστούμε.. Νομίζω πως αυτή η παράσταση τα συνδυάζει όλα! Μπορεί κανείς να βρει μέσα σ αυτό το έργο κομμάτια του εαυτού του και να βιώσει έντονα συναισθήματα»

Αλήθεια, αυτό το Γιαλήτες από που προέκυψε;
Η Χριστίνα Τζιάλλα απαντά με χιούμορ
: «Το αναφέρουμε στο έργο, οπότε δε θα σας το πω. Βαθιά μέσα μου όμως, εικάζω ότι ο τίτλος είναι επηρεασμένος από το επίθετό μου… «Τζιάλλα». Οι «Γιαλήτες» είναι αλλιώς, «Τζιαλλήτες». Δηλαδή, οι αλήτες που είναι εκεί για την Τζιάλλα. Τι, όχι?!»

Τα περισσότερα παιδιά είστε μαζί από σεμινάριο και έχετε δουλέψει καιρό παρέα. Αυτό σας έχει βοηθήσει στη δημιουργία ενός κοινού κώδικα επικοινωνίας; Κωνσταντίνα Τσιτσία: «Είναι  αλήθεια ότι οι περισσότεροι γνωριζόμαστε από  σεμινάρια.. Τα σεμινάρια αυτά βασίζονται στη μέθοδο Strasberg. Αυτό που μας ένωσε νομίζω, αρχικά, είναι ο κοινός τρόπος δουλειάς πάνω στο κομμάτι της υποκριτικής, αλλά πέρα από αυτό, πολύ σημαντικός παράγοντας στη μεταξύ μας επικοινωνία είναι ο σεβασμός που δείχνουμε ο ένας στον άλλον σε ότι αφορά το κομμάτι της υποκριτικής και της διαδικασίας που ακολουθεί ο κάθε ηθοποιός,  για να φτάσει στο στόχο που έχει θέσει. Ο σκηνοθέτης δημιούργησε ένα πολύ ζεστό και οικείο κλίμα μέσα στο οποίο μπορούσαμε να δοκιμάσουμε άφοβα και να δημιουργήσουμε. Η στήριξη και η βοήθεια όλων για όλους, ένιωσα ότι πρωταγωνιστεί σε κάθε μας πρόβα, αλλά και στις παραστάσεις… Όμως, όλα αυτά δεν ήταν πρωτόγνωρα για μας, αφού κάπως έτσι δουλεύαμε και στα σεμινάρια!»

Η Βερόνικα Μπακονικόλα εστιάζει περισσότερο στη δουλειά που έγινε για την παράσταση από τον σκηνοθέτη τους: «Αυτός ήταν εξ αρχής ο στόχος του Γιάννη όταν αποφάσισε να φτιάξει την ομάδα. Οι περισσότεροι έχουμε υπάρξει πρώτα μαθητές του και τώρα συνεργάτες του. Έτσι υπάρχει ένας κοινός κώδικας επικοινωνίας, μοιραζόμαστε έναν ίδιο τρόπο σκέψης θα έλεγα.»  

Η Χριστίνα Τζιάλλα, θυμάται για την πρώτη της γνωριμία με τον σκηνοθέτη και συγγραφέα του έργου: «Γνώρισα τον Γιάννη Κόκα ως εκπαιδευτή, μέσα από έναν κύκλο μαθημάτων, σε κάποιο σεμινάριό του. Εκεί γνώρισα και μία από τις συναδέλφους μου στην παράσταση. Τους υπόλοιπους, τους γνώρισα πρόσφατα. Δεν προερχόμαστε όλοι από την ίδια σχολή. Ο Γιάννης κατάφερε να ενώσει αριστοτεχνικά, μια «Βαβέλ» σχολών και προσωπικών πληροφοριών του καθενός μας! Αυτό που από τη φύση του φαντάζει δύσκολο έως και ακατόρθωτο, το έκανε να μοιάζει τόσο εύκολο και μάλιστα, σε μικρό χρονικό διάστημα. Δεν φαινόμαστε απλά, μια δεμένη παρέα! Είμαστε κιόλας! Βασικό συστατικό της κοινής γλώσσας του Γιάννη Κόκα, είναι η αγάπη. Αγάπη προς όλους μας, αλλά και γι’ αυτό που κάνει. Έτσι, το κυρίαρχο σε αυτή την ομάδα, θα έλεγα ότι είναι ο σεβασμός. Ένα στοιχείο πολύ βασικό για ένα καλό αποτέλεσμα, αλλά και για την μετέπειτα εξέλιξη και συνεργασία μας».

Στην παράσταση, βλέπουμε πόσο ένας έρωτας επηρεάζει τη ζωή, μιας ολόκληρης παρέας. Εσείς, ποια θα λέγατε ότι είναι ημεγαλύτερη «θυσία» που έχετε κάνει για τον φτερωτό Θεό;

Η Εύη είναι η πιο απόλυτη : «Δεν νομίζω ότι ο έρωτας μετριέται με θυσίες αλλά με το πόσο αφήνεσαι στις στιγμές του».

Η Κωνσταντίνα η πιο ρομαντική: «Δε θεωρώ τίποτα «θυσία» στον έρωτα. Όταν είμαι ερωτευμένη λειτουργώ  αυθόρμητα, δίνομαι ολοκληρωτικά στον άλλον και κάνω τα πάντα γι αυτόν, επειδή έτσι νιώθω! Άλλωστε έτσι είναι ο έρωτας… να κάνεις το πιο τρελό πράγμα και να το θεωρείς αυτονόητο.»

Η Βερόνικα η πιο ρεαλίστρια : «Όταν είμαστε ερωτευμένοι όλο θυσίες κάνουμε άθελά μας. Είναι το λεγόμενο «γίνομαι χαλί να με πατήσεις» και είναι πολύ όμορφο γιατί είναι πηγαίο. Έχω κάνει κι γω πολλές τέτοιες  μικρο θυσίες αλλά δεν ξέρω αν κάποια είναι τόσο μεγάλη για να ‘ναι αξιοσημείωτη»

Ενώ, η Χριστίνα έχει την πιο ποιητική διάθεση: «Θα έλεγα ότι θυσίασα ένα αρνί στον βωμό του έρωτα. Μέσα από μια ψυχαναλυτική προσέγγιση, με κάθε έρωτα θυσίασα και κάτι από τον εαυτό μου! Όπως και πήρα ένα κομμάτι από τον άλλο. Είμαστε ένα παζλ από πρώην, ακόμη και από ανεκπλήρωτους έρωτες, όπως και οι τωρινοί σύντροφοι μας. Αγαπώ αυτόν τον κυβισμό στο πρόσωπο των ανθρώπων.»

Για το τέλος άφησα, ένα μικρό σταυρόλεξο και ζητήσαμε από τα τέσσερα κορίτσια να συμπληρώσουν τη φράση: «Παίζω θέατρο γιατί…»

Εύη Αργυρίου:… στην ζωή κάνουμε όλοι τις ίδιες ερωτήσεις

 Βερόνικα Μπακονικόλα: Παίζω θέατρο γιατί θέλω να βγάλω από μέσα μου όσα δεν μπορώ να πω με δικά μου λόγια.

Χριστίνα Τζιάλλα: Παίζω θέατρο γιατί βλέπω τα χρώματα πιο έντονα. Νιώθω πιο έντονα. Ακούω πιο έντονα. Γεύομαι διπλά. Αγγίζω το παρελθόν μου και το μέλλον μου. Θα μπορούσα να έχω άλλη ηλικία, σύμφωνα με όσα διανοητικά έχω ζήσει. Άλλωστε, είναι ο συνδετικός κρίκος με την παιδική μου ηλικία. Είναι εκείνες οι στιγμές, που δεν παίρνω τον εαυτό μου τόσο στα σοβαρά κι έτσι, κερδίζω ζωή!

 Κωνσταντίνα Τσιτσία: Παίζω θέατρο γιατί πιστεύω ότι ο ηθοποιός μέσα από ένα ρόλο εκφράζει κομμάτια του εαυτού του πέρα για πέρα αληθινά. Με στεναχωρεί πολύ που ο κόσμος γύρω μου στερείται της ειλικρίνειας και της αλήθειας, αξίες που θεωρώ πάρα πολύ σημαντικές στη ζωή μου.. Όμως, μέσα από την τέχνη της υποκριτικής νιώθω ότι μπορούμε να παλέψουμε για όλους όσους ψάχνουν μια λάμψη αλήθειας, συγκίνησης, αγάπης..

 Info:

Κάθε Τετάρτη-Πέμπτη στις 21:00 στο θέατρο Φούρνος

Τιμές εισιτηρίων: Γενική είσοδος 10 ευρώ, μειωμένο(ανέργων, άνω των 65 ) 8 ευρώ, φοιτητικό και ατέλειες 5 ευρώ

Διάρκεια: 70 λεπτά

Διεύθυνση: Μαυρομιχάλη 168, Αθήνα 114 72

Τηλέφωνο κρατήσεων: 21 0646 0748

από Γεωργία Οικονόμου