Η Νανά Σιμόπουλος δεν είναι μια συνηθισμένη περίπτωση μουσικού. Γεννημένη στην Αμερική, αλλά με την ελληνική ψυχή βαθιά ριζωμένη μέσα της, έμαθε από νωρίς να ισορροπεί ανάμεσα σε διαφορετικές κουλτούρες, μετατρέποντας το βιωματικό της «ανάμεσα» σε μια παγκόσμια, καθηλωτική μουσική γλώσσα. Με μια σπουδαία καριέρα γεμάτη πειραματισμούς, fusion ήχους, τζαζ περάσματα και συνθέσεις για τον κινηματογράφο και τον χορό, η διεθνής δημιουργός ανοίγει τώρα ένα νέο, συναρπαστικό κεφάλαιο. Με αφορμή την κυκλοφορία του πολυαναμενόμενου άλμπουμ της «Between Worlds» και τις επερχόμενες εμφανίσεις της ως guest conductor με την Ορχήστρα «Nostos», η Νανά Σιμόπουλος μιλάει στο Infowoman για τη μαγεία του απρόβλεπτου, τη δύναμη του ζεϊμπέκικου, τη γοητεία του να διευθύνεις μια μεγάλη ορχήστρα και την τέχνη που καταργεί τα σύνορα και μιλάει απευθείας στην ψυχή.

Το νέο σας άλμπουμ «Between Worlds» μοιάζει να κινείται ανάμεσα σε διαφορετικούς μουσικούς και πολιτισμικούς κόσμους. Τι σημαίνει προσωπικά για εσάς αυτό το «ανάμεσα» και πώς αποτυπώνεται στις συνθέσεις σας;
Για μένα, αυτό το “ανάμεσα” είναι ολόκληρη η ζωή μου. Δεν είναι απλώς ένας τίτλος, είναι η ταυτότητά μου. Γεννήθηκα στην Αμερική από Έλληνες γονείς, και θυμάμαι τον εαυτό μου πάντα ανάμεσα σε δύο κουλτούρες. Τα καλοκαίρια ερχόμουν στην Ελλάδα στους παππούδες μου, και όταν γύριζα στο σχολείο στη Βαλτιμόρη, μιλούσα ελληνικά και με κορόιδευαν. Στα 12 μου, ήρθαμε μόνιμα στην Ελλάδα. Στην Αμερική ήμουν “η μικρή Ελληνίδα” και στην Ελλάδα έγινα “το Αμερικανάκι”. Ζούσα συνέχεια σε ένα ενδιάμεσο διάστημα, προσπαθώντας να ενώσω αυτούς τους δύο κόσμους που τότε μου φαίνονταν τόσο διαφορετικοί.
Αυτό το βίωμα βγήκε φυσικά και στη μουσική μου. Σαν μουσικός της τζαζ, πάντα έψαχνα ήχους από παντού. Στα πρώτα μου άλμπουμ τη δεκαετία του ’80 έβαζα μπουζούκι και ελληνικούς ρυθμούς, μετά πήγα στην Ινδία και έβαλα το σιτάρ.
Σήμερα, στις συνθέσεις του Between Worlds, αυτό το “ανάμεσα” αποτυπώνεται με έναν νέο τρόπο. Βρίσκομαι σε μια μετάβαση: αφήνω πίσω μου τον γνώριμο κόσμο της τζαζ και κάνω ένα βήμα προς τον κόσμο της σύγχρονης κλασικής μουσικής για μεγάλη ορχήστρα.
Στα προηγούμενα άλμπουμ μου χρησιμοποιούσα στοιχεία όπως το σιτάρ, το μπουζούκι και τα ισοκρατήματα. Στο Between Worlds, όμως, αυτή η παγκόσμια αναζήτηση συνεχίζεται μέσα από ένα νέο πλαίσιο.
Αυτή τη φορά, στο άλμπουμ θα ακούσετε το φλάουτο μπανσούρι (bansuri flute), το μαντολίνο και ελληνικούς ρυθμούς να ενώνονται με τον ήχο της κλασικής ορχήστρας. Συνεχίζω, λοιπόν, να ανακατεύω αυτούς τους παγκόσμιους ήχους, απλώς τώρα το κάνω μέσα σε έναν διαφορετικό κόσμο. Για μένα, το “ανάμεσα” δεν είναι ένα σημείο σύγχυσης, αλλά ένας τόπος συνάντησης. Είναι ο χώρος όπου όλοι αυτοί οι διαφορετικοί κόσμοι ενώνονται και γίνονται μια κοινή, παγκόσμια γλώσσα.
Στο άλμπουμ συνυπάρχουν στοιχεία από τον κινηματογράφο, τον σύγχρονο χορό, την orchestral μουσική αλλά και ανατολίτικες επιρροές. Πώς καταφέρνετε να ισορροπείτε ανάμεσα σε τόσο διαφορετικά καλλιτεχνικά σύμπαντα χωρίς να χάνεται η προσωπική σας ταυτότητα;
Γράφω μουσική για ταινίες και ομάδες χορού εδώ και δεκαετίες. Κάθε ταινία και κάθε χορογράφος έχει μια δική του ιστορία να πει, και η μουσική πρέπει να προσαρμόζεται στο δικό τους όραμα. Στην ουσία, η μουσική μου εκεί είναι η ηχητική αναπαράσταση αυτού που βλέπουμε στην οθόνη ή στη σκηνή. Ως συνθέτης, η δουλειά μου είναι να μπορώ να δημιουργώ μουσική σε πολλά και διαφορετικά στυλ. Φυσικά, κάποια στυλ μού ταιριάζουν περισσότερο από άλλα, αλλά στο τέλος το ίδιο το έργο σου δείχνει τον δρόμο.
Αυτό που θέλει να περάσει ο σκηνοθέτης, αυτό είναι το συναίσθημα που πρέπει να φτιάξω εγώ με τις νότες μου. Όταν γράφεις για το σινεμά, θέλεις ο θεατής να νιώθει το συναίσθημα υποσυνείδητα, χωρίς η μουσική να του αποσπά την προσοχή από την ιστορία.
Όμως, όσο κι αν προσαρμόζεσαι, κάθε συνθέτης έχει το δικό του προσωπικό στυλ. Είτε το θέλουμε είτε όχι, η μουσική μας είναι αυτοβιογραφική. Έτσι, όσα στοιχεία κι αν συνυπάρχουν στο Between Worlds—από το σινεμά και τον χορό μέχρι τις ανατολίτικες επιρροές—η δική μου “φωνή” και η δική μου αισθητική είναι πάντα εκεί, γιατί είναι το αποτύπωμα της ίδιας μου της ζωής.

Το έργο «The Journey» βασίζεται στον ρυθμό του ζεϊμπέκικου και συνδυάζεται με ανατολίτικους μουσικούς δρόμους. Πόσο σημαντικές παραμένουν οι ελληνικές ρίζες στη μουσική σας δημιουργία, παρότι ζείτε και εργάζεστε στη Νέα Υόρκη;
Περνάω πολύ χρόνο στην Ελλάδα, όπως και στη Νέα Υόρκη, οπότε οι ελληνικές ρίζες είναι πάντα ζωντανές μέσα μου. Όσον αφορά το “The Journey”, επέλεξα τον ρυθμό του ζεϊμπέκικου γιατί βρίσκω αυτόν τον έξτρα χτύπο που έχει, απίστευτα ελκυστικό και απρόβλεπτο.
Σε κάποιους ανθρώπους αρέσει να ξέρουν ακριβώς τι πρόκειται να συμβεί στη ζωή τους. Εγώ, αντίθετα, ζω για το απρόβλεπτο. Μου δίνει έμπνευση. Δεν φοβάμαι το άγνωστο, αντίθετα το καλωσορίζω συχνά στη ζωή μου.
Το ζεϊμπέκικο για μένα δεν είναι απλώς ένας παραδοσιακός χορός· έχει μια εσωτερική δύναμη, μια υπερηφάνεια και μια ελευθερία που δεν χωράει σε αυστηρά καλούπια. Όπου κι αν βρίσκομαι στον κόσμο, είτε περπατάω στους θορυβώδεις δρόμους της Νέας Υόρκης είτε κοιτάζω τη θάλασσα στην Ελλάδα, αυτός ο ρυθμός κουβαλάει μια βαθιά ελληνική ψυχή. Συνδυάζοντάς τον με τους ανατολίτικους δρόμους και την ορχήστρα, ήθελα να δείξω ότι οι ρίζες μας μπορούν να ταξιδέψουν παντού και να μιλήσουν στις καρδιές όλων των ανθρώπων, σε όποια γωνιά της γης κι αν βρίσκονται.
Σε λίγες ημέρες θα διευθύνετε η ίδια τις συνθέσεις σας ως guest conductor στις συναυλίες με την Ορχήστρα «Nostos». Πώς βιώνετε τη μετάβαση από τον ρόλο της συνθέτριας σε εκείνον της μαέστρου πάνω στη σκηνή;
Στην πραγματικότητα, διευθύνω μουσικούς εδώ και δεκαετίες. Σαν αρχηγός ενός τζαζ συγκροτήματος (band leader), πρέπει να μετράς τον χρόνο στην αρχή ή να κάνεις νεύμα σε κάποιον για να ξεκινήσει το σολάρισμα. Επίσης, έχω διευθύνει και χορωδίες για πολλά χρόνια.
Όμως, το να διευθύνεις μια ορχήστρα είναι κάτι τελείως διαφορετικό από ένα μικρό τζαζ γκρουπ ή μια ομάδα τραγουδιστών. Στην ορχήστρα, ως μαέστρος, πρέπει να ανεβοκατεβάζεις τις εντάσεις, να ενθαρρύνεις τους μουσικούς, να τους δείχνεις ακριβώς πότε μπαίνουν και πότε σταματούν.
Είναι μια τεράστια πρόκληση, αλλά δεν υπάρχει τίποτα πιο όμορφο από το συναίσθημα που νιώθεις όταν σηκώνεις την μπαγκέτα και μια γεμάτη αίθουσα από υπέροχους παίκτες ξεκινούν να παίζουν όλοι μαζί, την ίδια ακριβώς στιγμή. Είναι κάτι το απίστευτα δυνατό, που σε γεμίζει δύναμη αλλά και μεγάλη ταπεινότητα ταυτόχρονα.
Το «Between Worlds» κυκλοφορεί σε μια εποχή όπου το κοινό αναζητά όλο και πιο immersive και συναισθηματικές εμπειρίες μέσω της τέχνης. Πιστεύετε ότι η μουσική σήμερα μπορεί ακόμη να λειτουργήσει ως «γέφυρα» ανάμεσα σε διαφορετικούς ανθρώπους και πολιτισμούς;
Για μένα, αυτός ήταν πάντα ο ρόλος της μουσικής. Η μουσική δεν γνωρίζει σύνορα ούτε όρια. Η όρασή μας σταματάει σε αυτό που βλέπουμε ακριβώς μπροστά μας, αλλά αυτό που ακούμε βρίσκεται παντού γύρω μας, πίσω μας, μέσα μας, και μερικές φορές έρχεται από πολύ μακριά. Η μουσική έχει τη δύναμη να σε ταξιδέψει σε μια άλλη χώρα και να μεγαλώσει τα συναισθήματά σου. Δεν έχει καμία σημασία από πού κατάγεσαι, η επίδραση της μουσικής πάνω σου είναι η ίδια.
Στη Νέα Υόρκη συνεργάζομαι με δύο εικαστικούς καλλιτέχνες και γράφω μουσική για τις δικές τους “immersive” εγκαταστάσεις (installations). Άνθρωποι από όλα τα μέρη του κόσμου έρχονται στην γκαλερί και βιώνουν τις ίδιες εικόνες μαζί με τη μουσική, νιώθοντας τα ίδια πράγματα, παρόλο που δεν μιλούν την ίδια γλώσσα.
Αυτό ακριβώς προσπαθώ να κάνω και με το Between Worlds. Η μουσική είναι η απόλυτη γέφυρα. Όταν οι άνθρωποι κάθονται μαζί σε μια αίθουσα συναυλιών και ακούν τις ίδιες μελωδίες, οι διαφορές τους χάνονται. Γίνονται όλοι ένα, γιατί η μουσική δεν μιλάει στο μυαλό, αλλά κατευθείαν στην ανθρώπινη ψυχή. Κι εκεί, είμαστε όλοι ίδιοι.

Διαβάστε επίσης:
Κλέλια Ανδριολάτου: Μετά το τέλος του Maestro τόλμησε τη μεγάλη αλλαγή στα μαλλιά της
Πέθανε ο ηθοποιός Άγγελος Αντωνόπουλος





















Google News