Η Λυσάνδρα Αναστασοπούλου ανήκει στη νέα γενιά δημιουργών που κινούνται με άνεση ανάμεσα στο θέατρο, τον λόγο και τη σωματική έκφραση, χτίζοντας παραστάσεις με έντονο υπαρξιακό αποτύπωμα. Με αφορμή την παράσταση Περσεφόνη του Γιάννη Ρίτσου, την οποία σκηνοθετεί και ερμηνεύει, μιλά στο Infowoman για τον διχασμό, την επίγνωση και τη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη για μεταμόρφωση. Η παράσταση κάνει πρεμιέρα την 1η Μαΐου στο Μουσείο Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών και θα παρουσιάζεται καθημερινά έως τις 10 Μαΐου στις 20:30, σε μια σύγχρονη σκηνική προσέγγιση που συνδυάζει θέατρο, μουσική και video projection.
Η «Περσεφόνη» του Γιάννη Ρίτσου, σε σκηνοθεσία Λυσάνδρας Αναστασοπούλου, από 1η Μαΐου στο Μουσείο Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών

Την 1η Μάη θα ξεκινήσει η παράστασή σας «Περσεφόνη» του Γιάννη Ρίτσου. Γιατί επιλέξατε το συγκεκριμένο αυτό έργο;
Η «Περσεφόνη» με γοήτευσε βαθιά από την πρώτη κιόλας στιγμή. Στο έργο του Ρίτσου δεν υπάρχει απλώς ο μύθος — υπάρχει μια βαθιά υπαρξιακή αγωνία για το πέρασμα από την αθωότητα/αφέλεια στη συνείδηση. Με συγκίνησε αυτή η διαρκής μετάβαση, αυτή η αίσθηση ότι ο άνθρωπος που συνεχώς “αγωνίζεται” δεν ανήκει ποτέ ολοκληρωτικά ούτε στο φως ούτε στο σκοτάδι. Περπατάει στην κόψη του ξυραφιού. Ένιωσα ότι είναι ένα έργο που συνομιλεί άμεσα με το σήμερα, το αύριο, το “από πάντα” και για πάντα.
Τι σημαίνει για εσάς η Περσεφόνη;
Η Περσεφόνη για μένα δεν είναι απλώς ένα μυθολογικό πρόσωπο. Είναι μια κατάσταση ύπαρξης. Είναι η στιγμή που συνειδητοποιείς, που αποκτάς επίγνωση. Είναι η γυναίκα, αλλά και ο άνθρωπος γενικότερα, που καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο κόσμους — τον εσωτερικό και τον εξωτερικό, το φως και το σκοτάδι, τη ζωή και τον θάνατο.
Πώς διαχειριστήκατε τον διχασμό της ηρωίδας ανάμεσα στην αθωότητα και τη γνώση;
Δεν προσπάθησα να “λύσω” τον διχασμό — αντίθετα, τον άφησα να υπάρχει. Σκηνοθετικά και ερμηνευτικά, δούλεψα πάνω στη συνύπαρξη αυτών των δύο στοιχείων. Η αθωότητα δεν εξαφανίζεται, ούτε η γνώση κατακτάται πλήρως. Είναι μια συνεχής ταλάντωση. Αυτός ο διχασμός έγινε ο βασικός άξονας τόσο στο σώμα όσο και στον λόγο.

Τι σας συγκινεί περισσότερο στην ανθρώπινη φύση;
Ακριβώς η ικανότητα του ανθρώπου να την τιθασεύει, να την οριοθετεί, να την υπερβαίνει. Το γεγονός ότι, ενώ ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος από αντιφάσεις, φόβους και νοητικούς περιορισμούς, μπορεί —έστω και στιγμιαία— να τα ξεπερνά. Εκεί, σε αυτήν τη ρωγμή, γεννιέται κάτι βαθιά Ανθρώπινο και ταυτόχρονα σχεδόν Θεϊκό.
Υπάρχει φόβος μέσα στη δημιουργία;
Βέβαια. Και φόβος και αβεβαιότητα και ανασφάλεια. Αλλά το ταξίδι πρέπει να συνεχιστεί… ακόμα και αν είναι προς το άγνωστο. Λένε ότι θαρραλέος δεν είναι αυτός που δεν φοβάται αλλά που παρόλο τον φόβο του συνεχίζει! Ίσως άλλωστε στην τέχνη αν δεν φοβάσαι πιθανόν να επαναλαμβάνεσαι.

Τι θεωρείτε ότι κάνει μια παράσταση να ξεχωρίζει;
Η αλήθεια της. Όχι η τελειότητα, αλλά η ειλικρίνεια. Όταν μια παράσταση δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει, αλλά να επικοινωνήσει ουσιαστικά, τότε δημιουργείται ένας αόρατος δεσμός με το κοινό. Αυτό είναι που μένει.
Τι θα θέλετε να «κουβαλήσει» το κοινό μαζί του φεύγοντας από την παράσταση;
Θα ήθελα να φύγει με ένα ερώτημα, όχι με μια απάντηση. Να νιώσει ότι κάτι μέσα του μετακινήθηκε — ίσως μια σκέψη, ίσως μια μνήμη, ίσως ένα συναίσθημα που δεν είχε τολμήσει να κοιτάξει. Αν η παράσταση ανοίξει έναν εσωτερικό διάλογο, τότε έχει πετύχει τον σκοπό της.

Διαβάστε επίσης:
Η γυμναστική που μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο για 8 σοβαρές ασθένειες





















Google News