Αν κοιτάξεις τις παρέες γύρω σου, θα δεις πολλές γυναικοπαρέες αλλά και ανδροπαρέες ξεχωριστά, λες και ανήκουν σε διαφορετικά στρατόπεδα! Οι γυναίκες χώρια από τους άνδρες, ενώ και οι δύο «ομάδες» συζητούν «γιατί δεν υπάρχουν άνδρες ή γυναίκες σήμερα».

Και όμως, κανείς δεν φαίνεται να προσεγγίζει τον άλλον, μέσα από μία κίνηση γνωριμίας, παρά μόνο στέκονται θεατές και κριτές της όλης κατάστασης~, μας λέει η ψυχολόγος Μαρίνα Μόσχα, συνεργάτις του Θάνου Ασκητή, στο Ινστιτούτο Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας. Τι συμβαίνει λοιπόν; Γιατί ενώ παραπονιούνται και τα δύο φύλα, εξακολουθούν και παραμένουν σε απόσταση;

Είναι γεγονός πως ο θεσμός της οικογένειας, αν και εξακολουθεί να υπάρχει, έχει δεχτεί πλήγμα. Το σεξ που τόσο εύκολα πλέον μπορεί να βρει κάποιος, φαίνεται ότι έχει μετατρέψει την συναισθηματική σχέση σε σεξουαλική, δίχως αύριο και χωρίς συνέχεια. Η σχέση που θεωρείται δεδομένη, φαντάζει ως άθλος σήμερα να δημιουργηθεί. Το σεξ το βρίσκεις τόσο εύκολα πια, όπου μετά την ικανοποίηση των ορμών και των βιολογικών αναγκών σου, απλά «αράζεις» μέχρι να βγεις για το επόμενο κυνήγι. Και δεν θα μιλήσω τώρα για το ποιος είναι τελικά ο κυνηγός και πόσο έχουν αλλάξει οι ρόλοι, όχι γιατί δεν ισχύει αλλά απλά, επειδή θα βγω εκτός …θέματος!

Οι σχέσεις λοιπόν φαντάζουν εύκολες – οι ρηχές και επιφανειακές σχέσεις! Και όσο πιο εύκολες και επιφανειακές παραμένουν, τόσο περισσότερο ανεβαίνει και ο πήχης που βάζει ο καθένας! Είναι σαν να ψάχνεις να βρεις τον πρίγκηπά σου, όπου επηρεασμένη από τα παραμύθια, περιμένεις ότι θα βρεις να φιλήσεις τον σωστό βάτραχο που θα μεταμορφωθεί και θα λυθούν τα μάγια. Το ίδιο συμβαίνει και με τους άνδρες, όπου αναζητούν την σέξι πριγκιποπούλα που τελικά μετά το φιλί της ζωής θα την λυτρώσουν και εκείνη από την κακιά μάγισσα αλλά και τους ίδιους από την μοναξιά τους! Απλά, μάλλον οι γαλαζοαίματοι δεν υπάρχουν στις μέρες μας πια… Και ως δικαιολογία στον ανεκπλήρωτο πόθο του παραμυθιού, χανόμαστε στην πεζή καθημερινότητα μέσα από τις υποχρεώσεις, την ενασχόληση με την καριέρα και την δύσκολη οικονομική κατάσταση της χώρας μας, αλλά και την δικαιολογία ότι οι σχέσεις είναι δύσκολες και πλέον δεν κρατούν!
Παρατηρούμε λοιπόν έναν γενικότερο φόβο να κυριαρχεί γύρω από την δέσμευση, παρόλο που σχεδόν όλοι δηλώνουν πως αναζητούν απεγνωσμένα τον έρωτα και την βαθύτερη αγάπη!


Και εδώ έρχεται μία νέα έρευνα να επιβεβαιώσει πως η προσωπικότητά μας και τα χαρακτηριστικά της – πέρα από τα γονιδιακά χαρακτηριστικά – έχουν να κάνουν με τον τρόπο που σχετιζόμαστε με τους γονείς μας ή γενικότερα με τους ανθρώπους εκείνους που μας ανατρέφουν. Πιο απλά, αν πήραμε πολλή προσοχή από τους γονείς τους ή και πολύ λίγη, φαίνεται ότι δυσκολεύει τη διαδικασία της δέσμευσης. Παρατηρήθηκε πως το ¼ των ατόμων που μελετήθηκαν για τον τρόπο που σχετίζονται και τη σχέση τους με την δέσμευση, έχει υιοθετήσει ένα αποφευκτικό στυλ, έναν τρόπο που αποφεύγει να δεσμευτεί.
Αυτό σημαίνει ότι η έντονη γονική υπερπροστασία και παρεμβατικότητα, τους έκανε να αποφεύγουν έναν σύντροφο που θα νιώσουν ότι απειλεί την ελευθερία τους και θα τους περιορίζει, έστω και στο ελάχιστο.

Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουν όμως και εκείνοι που από τους γονείς πήραν ελάχιστη προσοχή και «συναισθηματική ζεστασιά», μαθαίνοντας έτσι να είναι αυτάρκεις και πιο ανεξάρτητοι, οδηγούμενοι σήμερα, όπως και στην προηγούμενη περίπτωση, στην αποφυγή ενός συντρόφου που οι ίδιοι φοβούνται ότι θα «προσκολληθεί» πάνω τους.

Μάλιστα, ο Δρ. Sharon Dekel, ο πρώτος συγγραφέας της μελέτης, υποστήριξε πως “Τα άτομα που αποφεύγουν την δέσμευση, αναζητούν κάποιον για να τα επικυρώσει, να τα δεχτεί όπως είναι, να ανταποκριθεί με συνέπεια στις ανάγκες τους και να παραμένει ήρεμος – να μην δημιουργεί αναστάτωση για τίποτα και να μην παρεμβαίνει στα προσωπικά τους ζητήματα”. Φαίνεται λοιπόν, πως μέσα από την στάση αποφυγής της δέσμευσης, το ζητούμενο είναι ένα μοντέλο οικειότητας “παιδιού-μητέρας”.

Με άλλα λόγια, δεν ψάχνουν για έναν άλλο συναισθηματικά ώριμο ενήλικα, αλλά μάλλον για μια «μητέρα» ή «πατέρα», για έναν «σύντροφο-γονιό» που απλά θα τους φροντίσει, δίνοντάς τους ψυχολογική τροφή. Μοιάζει περισσότερο με ένα πρώιμο αναπτυξιακό στάδιο συγγένειας. Για να γίνει ακόμα πιο κατανοητό, είναι σαν να αναζητώ ένα μοντέλο σχέσης, όπου ο σύντροφός μου θα λειτουργεί ως «τροφός» στις ψυχοσυναισθηματικές αλλά και σεξουαλικές μου ανάγκες, όπως και η μητέρα-(εκτός βέβαια από την ικανοποίηση των σεξουαλικών μου αναγκών).

Ο σύντροφός μου θα χρησιμεύει για να με επιβεβαιώνει χωρίς όμως να με κρίνει και να με αποδέχεται έτσι όπως είμαι, χωρίς δικούς του όρους, όπως κάνουν συνήθως οι γονείς μας. Αν το «ανοίξουμε» και άλλο αυτό, θα δούμε πόσο έντονος είναι ο φόβος απόρριψης που κρύβεται από πίσω και που μπορεί να μειωθεί ή και να «εξαφανιστεί» όταν λειτουργώ ελεγκτικά ως το «ποιος θα με πλησιάσει και πόσο για να μην πληγωθώ», περιορίζοντας την εγγύτητα. Βέβαια, όλη αυτή η μη συνειδητή προσπάθεια να είμαι πάντα σε επαγρύπνηση, καταλαβαίνουμε πόσο ψυχοφθόρα είναι και πόση ψυχική ενέργεια ρουφάει, βάζοντάς με σε μία διαρκή εσωτερική σύγκρουση και πάλη ανάμεσα στις ανάγκες προσκόλλησης που προσπαθώ χωρίς να αντιλαμβάνομαι να «απενεργοποιήσω» και στην ανάγκη μου να σχετιστώ και το άγχος που θα μου προκληθεί…

Μπορεί να αντιμετωπιστεί η αποφυγή της δέσμευσης; Μπορεί να δεσμευτεί ο αποφευκτικός;
Είναι η ερώτηση που ακολουθεί όταν τελικά ένας άνθρωπος αρχίσει να αντιλαμβάνεται τον τρόπο που λειτουργεί και τελικά …μένει μόνος του. Η απάντηση είναι πως μέσα από την ψυχοθεραπεία, όταν όλη αυτή η λειτουργία έρθει στην επιφάνεια και αποκτηθεί η σχετική επίγνωση του «τι και πως κάνω αυτό που κάνω», τότε μπορώ να πειραματιστώ, να δοκιμάσω να το κάνω λίγο διαφορετικά, μέχρι να βρω τον δικό μου τρόπο, αυτόν που μου ταιριάζει και νιώθω ασφαλής να «αφεθώ σιγά σιγά και να εμπιστευτώ, ώστε να φοβάμαι και λιγότερο», έτσι ώστε να αποφύγω την βαθύτερη μοναξιά αλλά και τις ψυχοσωματικές παρενέργειές της…

 

από Σοφία Κωστάρα