Αρχική > Featured > Γεωργία Μαυραγάνη: «Αν δε δούμε κατάματα τον θάνατο, δεν μπορούμε να αλλάξουμε κάτι»

Γεωργία Μαυραγάνη: «Αν δε δούμε κατάματα τον θάνατο, δεν μπορούμε να αλλάξουμε κάτι»

Κάθε συζήτηση με τη Γεωργία Μαυραγάνη είναι μια πολύπλοκη νοητική διαδικασία. Και αυτό γιατί η έμπειρη σκηνοθέτιδα έχει έναν μοναδικό τρόπο να σε βάζει και να σε ταξιδεύει μέσα στον κόσμο και τις βαθιές υπαρξιακές αναζητήσεις της. Αναζητήσεις που τους δίνει σάρκα κι οστά σε κάθε της παράσταση.

Αυτή τη φορά μαζί με τον Δημοσθένη Παπαμάρκο -που γράφει το πρώτο του θεατρικό έργο- παρουσιάζουν στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση την «Εξημέρωση», μία σύγχρονη παραβολή για το πώς ο λόγος εξημερώνει και υποτάσσει την πραγματικότητα, αλλά και, μία παράσταση για τον θάνατο, τους πρόσφυγες και το πένθος που διατρέχει την ιστορία της ανθρωπότητας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.

Η Εξημέρωση ξεκίνησε ως μια σύντομη σκηνή, διάρκειας 24 λεπτών, σε κείμενο του Δημοσθένη Παπαμάρκου και σκηνοθεσία της Γεωργίας Μαυραγάνη, που παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ Θεάτρου “The Future of Europe”, το οποίο διοργάνωσε το Θέατρο της Στουτγάρδης, το 2018.

«Φοβόμουν να ασχοληθώ με το προσφυγικό θέμα, θεωρώ πως το εκμεταλλεύονται συχνά. Ζήτησα από τον Δημοσθένη να ασχοληθεί, του είπα πως θα πάρω συνεντεύξεις από πρόσφυγες και αν θέλει να μπει και αυτός σε διαδικασία… Κάπως έτσι πήραμε αρκετές συνεντεύξεις και εκείνος μου επέστρεψε ένα κείμενο βασισμένο κυρίως στην αφήγηση του Ηροδότου που αναφέρεται στην Άλωση της Μιλήτου και στο πώς αυτή αντιμετωπίζεται από τους Μιλήσιους, τους Συβαρίτες και τους Αθηναίους. Μιλά δηλαδή για το ποια είναι η αντιμετώπιση των άλλων λαών. Σαν κίνηση αυτή ήταν σοφή, γιατί ενώ μιλάς για ένα θέμα που μοιάζει σύγχρονο, αναφερόμενος στην αρχαία εποχή, έχεις τη δυνατότητα να στοχαστείς πάνω σ’ αυτό, χωρίς να εκμεταλλεύεσαι τον πόνο των ανθρώπων σήμερα».

Πώς προέκυψε το έργο που θα δούμε στη Στέγη;

Θα δούμε την εξέλιξη του κειμένου. Πλέον στο δεύτερο μέρος υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση του Δημοσθένη (Παπαμάρκου): μία καταβύθιση στον κόσμο των νεκρών – με γνώση πάντα πως η όποια αναπαράσταση αυτού του πράγματος είναι στην ουσία ένα κατασκεύασμα. Όταν όλο το κείμενο ήλθε στη συνολική του μορφή, εγώ άλλαξα τελείως τον τρόπο που το είχα παρουσιάσει σε εκείνη την 24λεπτη περφόρμανς.

Έχουμε φτιάξει μια παράσταση, όπου δε βλέπεις μια πιστή αναπαράσταση του παραβολικού κλίματος. Ακούμε τα πάντα ηχογραφημένα από τις φωνές των τριών ηθοποιών που μοιράζονται τον ρόλο του πιστού ή μάντη, ενώ ταυτόχρονα η παράσταση συνομιλεί με εικόνες της σύγχρονης ιστορίας – κυρίως του αιώνα μας. Βλέπουμε την πορεία κάποιων ανθρώπων που φεύγουν από την κατεστραμμένη τους χώρα, φωτογραφίες με νεκρούς από πολέμους – δεν έχει σημασία αν καταλαβαίνεις από πού. Και ταυτόχρονα έχει ενδιαφέρον το κομμάτι της κατάβασης στον Άδη – που στηρίζεται στη Νέκυια του Ομήρου – όπου εκεί τα πάντα γίνονται μέσω των σκιών. Είναι κάτι πολύ απλό, αρχετυπικό, που λειτουργεί απίστευτα καλά.

Πώς προέκυψε ο τίτλος «Εξημέρωση»;

Προέκυψε από την ιδέα του Δημοσθένη για την ψευδαίσθησή μας πως κατανοούμε τα βάσανα των άλλων μέσω της αφήγησης. Με το που γίνεται κάτι λόγος, χάνει την οξύτητα, την κυριολεξία του και την πραγματική διάσταση του βιώματος.

Δημιουργείται μάλιστα πολλές φορές η εντύπωση πως η ιστορία κάνει μόνο αυτό. Δηλαδή αν βάλεις στη σειρά όλες τις καταστροφές και τους πολέμους, στην ουσία συγκεντρώνεις ιστορικά γεγονότα που σχεδόν ξεχνάμε πως είναι αληθινά και πως έχουν συμβεί σε πραγματικούς ανθρώπους.

Μ’ αυτό πολεμά η παράσταση, μολονότι δέχεται πως και αυτή το ίδιο κάνει από τη στιγμή που αισθητικοποιεί ένα πράγμα. Ωστόσο, το κάνει με τη γνώση αυτού και αυτό το γεγονός που κάνει μια μεγάλη διαφορά. Ο τρόπος που αντιμετωπίζεται το κείμενο δίνει τη δυνατότητα στον θεατή να δει κάτι μέσα από το οποίο μπορεί να στοχαστεί, να νιώσει κάτι και να τοποθετηθεί προσωσικά πάνω σε μεγάλα ζητήματα.

Αρκεί ο παρηγορητικός λόγος για να απαλύνει τον πόνο;

Όχι, δεν αρκεί. Δεν απαλύνεται ο πόνος με την παρηγοριά. Κάτι χάνεται. Πρέπει να αποδεχτούμε το γεγονός πως είναι αδύνατον να νιώσουμε τον πόνο του άλλου. Υποκρινόμαστε θεωρώντας πως με την κατανόηση του πόνου του άλλου, έχουμε «τελειώσει» με την ευθύνη μας απέναντι στην ανθρωπότητα…

For Stegi

Τι προτείνει η παράσταση λοιπόν;

Πώς αν δε στοχαστούμε και δεν προσπαθήσουμε να δούμε κατάματα τον θάνατο, δεν μπορούμε να αλλάξουμε κάτι.

Λέγοντας κατάματα εννοείς;

Εννοώ να δούμε και να καταλάβουμε πως είναι κάτι το οποίο συμβαίνει όντως, πως δηλαδή δεν είναι απλώς ένα θεαμα, γιατί κακά τα ψέματα δεν έχουμε πραγματική αίσθηση του θανάτου πια. Πολύ σπάνια μπαίνουμε στη διαδικασία να αναλογιστούμε πως μπορεί να συμβεί και σε μας…

Εσύ τον φοβάσαι τον θάνατο;

Αυτό που σκέφτομαι, όταν είμαι κάπως ψύχραιμη, είναι ότι θα ήθελα, όταν έρθει να θέλω να συμβεί… Πρέπει να είναι μία έντονη και πρωτόγονη λειτουργία δευτερολέπτων και εκείνο που συμβαίνει στον εγκέφαλο πρέπει να είναι ένα φοβερό σοκ, κάτι που δεν έχουμε βιώσει…

Αυτή είναι η δική μου αφήγηση για τον θάνατο…

Η μνήμη έχει κάποια λειτουργία στην παράσταση;

Βέβαια… Οι μνήμες διατρέχουν την παράσταση διαρκώς… γεγονότα ιστορικά που είτε τα έχουμε ζήσει εμείς είτε τα έχουμε ακούσει. Βλέποντας την έξοδο αυτών των ανθρώπων από τις πόλεις τους, λες έχει συμβεί σε μένα, θα μου συμβεί, έχει συμβεί στον παππού μου…

Τι θες να πάρουμε μαζί μας φεύγοντας από την «Εξημέρωση»;

Στην παράσταση δε θέλουμε να εξετάσουμε το γεγονός του ξεριζωμού ως μία προσφυγική κρίση του τώρα, αλλά ως κάτι που συμβαίνει πάντα. Αυτό πρέπει να καταλάβουμε. Και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κάτι που συμβαίνει τώρα εξαιτίας μιας κρίσης, αυτό είναι σαν μια αναπηρία πολιτική και οριακά εσκεμμένη. Και η παράσταση επισύρει μία σύνδεση του πολιτικού με το υπαρξιακό, κάτι που σήμερα δεν αρθρώνεται πια. Πως, δηλαδή, η πολιτική σου πράξη είναι και η υπαρξιακή σου.

Αισθάνεσαι ικανοποιημένη από το αποτέλεσμα;

Δυσκολεύτηκα πάρα πολύ, ξεβολεύτηκα, αλλά είμαι πολύ χαρούμενη. Δε νιώθω ότι επαναλαμβάνομαι, νομίζω πως προχωρώ παρακάτω… Υπάρχει έντονη τεχνολογία, βίντεο, φωτογραφίες, έχω «πάει» σε μία άλλη γλώσσα, αλλά είμαι πολύ χαρούμενη. Είναι πολύ δύσκολο να κάνεις μια παράσταση που να διατηρήσεις την καθολικότητα του κειμένου, χωρίς όμως το αποτέλεσμα να γίνεται δυσνόητο και ελιτίστικο. Και το τελευταίο δεν το αντέχω…

Συντελεστές

Κείμενο: Δημοσθένης Παπαμάρκος

Σκηνοθεσία: Γεωργία Μαυραγάνη

Δραματουργία-Βοηθός Σκηνοθέτης: Ράνια Κελαϊδίτη

Πρωτότυπη Μουσική-Σχεδιασμός Ήχου: Χάρης Νείλας

Σκηνικά-Κοστούμια: Άρτεμις Φλέσσα

Φωτισμοί: Εβίνα Βασιλακοπούλου

Κίνηση: Αλεξία Νικολάου

Βοηθός Σκηνοθέτη: Ναζίκ Αϊδινιάν

Βοηθός Σκηνογράφου-Ενδυματολόγου: Λίλη Κυριλή

Επεξεργασία Οπτικού Υλικού: Στάθης Γαλαζούλας

Οργάνωση & Εκτέλεση Παραγωγής: Ρένα Ανδρεαδάκη, Ζωή Μουσχή

Ερμηνεύουν: Νίκος Γιαλελής, Μάνος Πετράκης, Κωνσταντίνα Τάκαλου

Συμμετέχουν: Ξένια Καλογεροπούλου, Ηλίας Κατέβας, Ελίνα Ρίζου

 Στέγη Ιδρύματος Ωνάση Συγγρού 107

16-26 Ιανουαρίου 2020

Κεντρική Σκηνή

Παραστάσεις: Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή 20:30