Η πρόσφατη απόφαση του Ευρωδικαστηρίου, σχετικά με τη νομιμότητα της απόλυσης εγκύου εργαζομένης από ισπανική τράπεζα, δεν έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία, τουλάχιστον στους παροικούντες την ελληνική δικαστηριακή Ιερουσαλήμ. Κάποια ελληνικά Δικαστήρια – με φειδώ είναι η αλήθεια, αλλά σε μη αμελητέο ποσοστό – έχουν αποφανθεί υπέρ της άποψης ορισμένων εργοδοτών ότι ο «αισθητός περιορισμός των εργασιών της επιχείρησης, ο οποίος ανάγκασε τον εργοδότη να προβεί σε μειώσεις προσωπικού», συνιστά σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της εγκύου και άρα αυτή δεν είναι άκυρη. Υπάρχουν άραγε, άλλα «ιερά τοτέμ» της νομοθεσίας για την προστασία των εγκύων στον εργασιακό τους βίο στον ιδιωτικό τομέα, που αποσαθρώνονται με την πάροδο του χρόνου;

Γράφει η Δικηγόρος Σοφία Νικολάου (sofianikolaou.com)

Η κρίση ανέδειξε πλείστα προβλήματα στις εργασιακές σχέσεις. Δεν έβαλε, απλά, λουκέτο σε ορισμένες επιχειρήσεις, δεν έστειλε, μόνο, στο δρόμο της ανεργίας χιλιάδες εργαζόμενους/εργαζόμενες, αλλά επιβάρυνε ακόμα και υγιείς εργασιακές σχέσεις, υπό τη δαμόκλειο σπάθη της απειλούμενης ανεργίας. Δηλαδή, πολλοί ήταν εκείνοι οι εργαζόμενοι που, υπό τον φόβο της απόλυσης, υποχωρούσαν στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους.

Σύμφωνα με όσα στατιστικά δεδομένα μπορούμε να συλλέξουμε, καθώς στον τομέα της απασχόλησης υπάρχει σίγουρα κι ένας αυξημένος γκρίζος, μη μετρήσιμος αριθμός, στις επιχειρήσεις μικρομεσαίου και κάτω μεγέθους, φαίνεται να είναι πιο πιθανή η καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εγκύων γυναικών.


Η βασικότερη «πηγή» προβλημάτων είναι οι πολυθρύλητες άδειες (κυήσεως, λοχείας, ανατροφής τέκνου, κ.λπ.). Ενώ στον δημόσιο τομέα και στις μεγάλες επιχειρήσεις φαίνεται να τηρείται κατά γράμμα, στις μικρές και μεσαίες επιχειρηματικές μονάδες, η απουσία από την εργασία πριν τον τοκετό και η επιστροφή σε αυτή μετά τη γέννα, φαίνεται να λαμβάνει χώρα σε πολύ διαφορετικά χρονικά σημεία από τα νομοθετικώς κατοχυρωμένα και φυσικά εις βάρος των γυναικών – εργαζομένων.

Για να μην αδικήσουμε κανέναν, βέβαια, οι εργοδότες, σε τέτοιου είδους επιχειρήσεις, είναι συνήθως εργαζόμενοι και οι ίδιοι, στηριζόμενοι συνήθως κατ’ αποκλειστικότητα στην παροχή εργασίας από λίγους υπαλλήλους και η απουσία μίας εξ αυτών είναι οικονομικώς αδύνατο να καλυφθεί με την πρόσληψη έτερης εργαζόμενης.

Σε κάθε περίπτωση, τι προβλέπει ο Νόμος; Με την προσκόμιση ιατρικού πιστοποιητικού που βεβαιώνει την πιθανή ημερομηνία τοκετού, η έγκυος έχει το δικαίωμα λήψης άδειας μητρότητας, 8 εβδομάδες πριν τον τοκετό και 9 εβδομάδες μετά από αυτόν. Συνολικά 17 εβδομάδες, οι οποίες παρεκτείνονται, σε περίπτωση που ο τοκετός λάβει χώρα σε μεταγενέστερη ημερομηνία από την προβλεφθείσα. Λάβετε, επίσης, υπ’ όψιν, ότι η ημέρα του τοκετού δεν προσμετράται για τον υπολογισμό των ημερών αδείας. Κατά την περίοδο αυτή, η εργαζόμενη λαμβάνει τις τακτικές αποδοχές της, οι οποίες επιμερίζονται μεταξύ εργοδότη και ασφαλιστικού οργανισμού.

Μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας, η εργαζόμενη έχει δικαίωμα για μειωμένο ωράριο. Στον Δημόσιο τομέα αυτό ισχύει μέχρι το παιδί να γίνει 4 χρονών και συνίσταται σε δύο ώρες λιγότερες, μέχρι την ηλικία των 2 και σε 1 ώρα λιγότερη, μεταξύ 2 – 4 ετών. Στον ιδιωτικό τομέα, η δυνατότητα μειωμένου ωραρίου παρέχεται για 30 μήνες μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας και αφορά σε 1 ώρα λιγότερο, οι οποίες μπορούν να γίνουν 2 ώρες για 1 χρόνο, μετά από συμφωνία με τον εργοδότη. Η δυνατότητα μειωμένου ωραρίου μπορεί να μετατραπεί σε ισόχρονη άδεια, η οποία ξεκινά αμέσως μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας. Στον νόμο προβλέπεται και ειδική άδεια «προστασίας της μητρότητας», η οποία μπορεί να ληφθεί για 6 μήνες μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας, αλλά σε αυτήν την περίπτωση, η εργαζόμενη δεν λαμβάνει ολόκληρες τις τακτικές αποδοχές της.

Προβλέπεται, επίσης, στο Νόμο η δυνατότητα χορήγησης γονικής άδειας άνευ αποδοχών για 3,5 μήνες. Σημαντικό είναι επίσης το γεγονός πως στην περίπτωση του μειωμένου ωραρίου, μπορεί να κάνει χρήση αυτού, αντί για τη μητέρα, ο πατέρας του τέκνου, εφ’ όσον εκείνη έχει το δικαίωμα, αλλά δεν το ασκεί. Αυτό έχει σημασία για τις περιπτώσεις αυτοαπασχολούμενων γυναικών και υπαλλήλων ανδρών, οι οποίοι δεν δύνανται να το ασκήσουν, καθώς οι σύζυγοί τους δεν έχουν τέτοιο δικαίωμα.

Σε γενικές γραμμές, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι ο Έλληνας νομοθέτης, αφουγκραζόμενος όχι μονάχα τα γενικότερα δημογραφικά προβλήματα της χώρας μας, αλλά και την αναγκαιότητα στην προστασία της μητρότητας, έχει θεσπίσει ένα ιδιαίτερα προστατευτικό πλαίσιο για τις εγκύους και τις λεχώνες. Κανείς δεν μπορεί να πει, βέβαια, ότι φτάνουμε στα επίπεδα σκανδιναβικών χωρών, διαθέτουμε, όμως, ένα αρκετά αυστηρό πλαίσιο, προς όφελος των μητέρων. Τα προβλήματα έγκεινται στην εφαρμογή του και στους ελεγκτικούς μηχανισμούς. Αν εκεί γίνουν βήματα προόδου, είναι βέβαιο πως οι συνθήκες για τις μαμάδες αυτής της χώρας – μέλλουσες και υπάρχουσες – θα είναι σίγουρα καλύτερες..

από Σοφία Κωστάρα