Έκπληξη προκαλεί η αντίδραση του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών (ΣΕΗ) που με ανακοίνωσή του ζητά την άμεση ανάκληση απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου να μετονομαστεί το ισόγειο του «Ρεξ» σε Σκηνή «Ελένη Παπαδάκη». 



Αυτό ανακοίνωσε στους δημοσιογράφους ο Δημήτρης Λιγνάδης, καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού, στην πρώτη συνέντευξη Τύπου την περασμένη Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου.

Η ανακοίνωση έχει ως εξής:

«Ερωτηματικά προκαλεί η απόφαση του Εθνικού Θεάτρου να ονομάσει μια από τις σκηνές του, που βρίσκεται στο κτίριό του στην οδό Πανεπιστημίου, σε σκηνή “Ελένη Παπαδάκη”.


Γιατί το Εθνικό Θέατρο επιλέγει, ανάμεσα στους δεκάδες μεγάλους ηθοποιούς στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου την Ελένη Παπαδάκη, που παρότι ταλαντούχα καλλιτέχνιδα, αποτελεί έως τις μέρες μας μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα;

Προφανώς τα κριτήρια δεν είναι καλλιτεχνικά, αλλά πολιτικά. Μέσα από τη δραματική κατάληξη της Ελένης Παπαδάκη – που αποδεδειγμένα όχι μόνο δεν είχε την έγκριση του ΕΑΜ, αλλά ήταν εντελώς έξω από τις προθέσεις και την πολιτική του – επιδιώκει να συντηρεί και να αναπαράγει μια ζοφερή, δολοφονική εικόνα για το ΕΑΜ – ΕΛΑΣ, αντιστρέφοντας ολοσχερώς την πραγματικότητα.

Γιατί η πραγματικότητα είναι ότι μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ αμέτρητοι αγωνιστές έδωσαν με ανιδιοτέλεια και αυταπάρνηση την ψυχή και το αίμα τους, φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν, εκτελέστηκαν, για να απελευθερωθεί αυτός ο τόπος από τους φασίστες κατακτητές και τους εγχώριους συνεργάτες τους. Ανάμεσά τους πολλοί καλλιτέχνες και ηθοποιοί, όπως ο Αιμίλιος Βεάκης, ο Μάνος Κατράκης, ο Τζαβαλάς Καρούσος, η Ασπασία Παπαθανασίου, ο Μίμης Φωτόπουλος, η Ολυμπία Παπαδούκα, η Αλέκα Παΐζη, η Καλή Καλό και πολλοί άλλοι. Σ’ όλους αυτούς θα άξιζε πραγματικά μια επιβράβευση για το τεράστιο ψυχικό σθένος και το ηθικό μεγαλείο τους, κι ας μην, ποτέ στη ζωή τους, να επιζήτησαν τιμές.

Δεν το περιμένουμε βέβαια αυτό από την κυβέρνηση της ΝΔ και την προσκείμενή της διοίκηση του Εθνικού Θεάτρου, καθώς η πολιτική τους βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τα λαϊκά συμφέροντα που όλοι αυτοί οι καλλιτέχνες υπηρέτησαν. Απαιτούμε όμως να σταματήσουν να προκαλούν αμαυρώνοντας τη μνήμη όλων αυτών των λαϊκών αγωνιστών και μάλιστα στη σκηνή του Θεάτρου “Ρεξ”, του θεάτρου – σημείου αναφοράς και συμβόλου για την αντιστασιακή δράση των ηθοποιών του ΕΑΜ και των εκατοντάδων καλλιτεχνών που συσπείρωνε στις γραμμές του.

Για τους παραπάνω λόγους απαιτούμε την άμεση ανάκληση της απαράδεκτης απόφασης του ΔΣ του Εθνικού Θεάτρου».

Αντίδραση Έλενας Ακρίτα

Άμεση ήταν η αντίδραση της Έλενας Ακρίτα που έγραψε στον λογαριασμό της στο facebook:

«Στις μέρες του Δεκέμβρη η Ελ. Παπαδάκη συνελήφθη από τη Λαϊκή Πολιτοφυλακή Πατησίων – Γαλατσίου. Σε αντίθεση με τις εντολές που είχαν, το βράδυ της 21ης Δεκέμβρη η Ελένη Παπαδάκη δολοφονήθηκε από ομάδα, επικεφαλής της οποίας ήταν ο καπετάν Ορέστης. Οπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, ο Ορέστης ήταν πράκτορας της Intelligence Service, ενώ όλοι οι υπαίτιοι δικάστηκαν από Ανταρτοδικείο, οι οποίοι ομολόγησαν τη σχέση τους με τις βρετανικές αρχές, καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν δημόσια στην πλατεία Κολιάτσου. Ο Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ, Νίκος Ζαχαριάδης, σημείωνε το 1945 ότι η δολοφονία της Ελ. Παπαδάκη δεν μπορεί να βρει δικαίωση και πρέπει να καταδικαστεί ανοιχτά. Η υπόθεση της Παπαδάκη εντάχθηκε από την εποχή εκείνη κιόλας στη φαρέτρα της αστικής προπαγάνδας, για ένταση του αντικομμουνισμού και της καταστολής», αναφέρει ο Ριζοσπάστης.

«Καλά δεν ντρέπεστε; Έχετε ιδέα πόσο τεράστια ηθοποιός υπήρξε η Ελένη Παπαδάκη; Πόση ζήλεια, φθόνο και μίσος αντιμετώπισε στη σύντομη ζωή της; Και υπογράφετε διαμαρτυρία για να μην δοθεί το όνομά της σε σκηνή του Εθνικού Θεάτρου; Κι είστε ηθοποιοί; Ντροπή!», σχολιάζει η Έλενα Ακρίτα.

Καλά δεν ντρέπεστε; Είστε ηθοποιοί και υπογράφετε διαμαρτυρία για να μην δοθεί το όνομά της τεράστιας Ελένης Παπαδάκη σε…

Gepostet von Elena Akrita am Freitag, 18. Oktober 2019

Ποια ήταν όμως η Ελένη Παπαδάκη; 

Η Ελένη Παπαδάκη γεννήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 1908 στην Αθήνα από ευκατάστατη οικογένεια. Ο πατέρας της, Νικόλαος Παπαδάκης, ήταν ανώτερος υπάλληλος της Ιονικής Τράπεζας και η μητέρα της Αικατερίνη Κωνσταντινίδη ήταν κόρη του πανεπιστημιακού καθηγητή Στυλιανού Κωνσταντινίδη, με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη. Η οικογένεια Παπαδάκη είχε και ένα γιo, τον Μιχάλη, δύο χρόνια μικρότερο από την Ελένη.

Έτυχε εξαιρετικής μόρφωσης και από νεαρή ηλικία έτρεφε μεγάλο πάθος για το θέατρο. Αποφοίτησε από τη Γερμανική Σχολή Αθηνών και παρακολούθησε ως ακροάτρια μαθήματα φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μιλούσε απταίστως τέσσερις γλώσσες (γερμανικά, αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά) και τελειοποίησε τα αρχαία ελληνικά της για να μπορεί να διαβάζει τους τραγικούς από το πρωτότυπο. Τη μόρφωσή της συμπλήρωσε με σπουδές φωνητικής μουσικής και πιάνου στο «Ελληνικό Ωδείο» Αθηνών.

Σε ηλικία 17 ετών εμφανίσθηκε επί σκηνής στο Θέατρο Τέχνης του Σπύρου Μελά (25 Ιουνίου 1925), ερμηνεύοντας το ρόλο της Προγονής στο έργο του Λουίτζι Πιραντέλο Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα. Η πρώτη αυτή εμφάνισή της χαιρετίστηκε με ενθουσιώδεις κριτικές. «Η σκηνή απέκτησε μίαν μεγάλην ηθοποιόν» έγραψε στην εφημερίδα Δημοκρατία ο Κωστής Μπαστιάς. Το ίδιο έτος διακρίθηκε και ως Ηρωδιάς στη Σαλώμη του Όσκαρ Γουάιλντ και Ρίλκε βαν Έιντεν στο έργο του Λενορμάν Ο χρόνος είναι όνειρο.

Το 1926 συμμετείχε στο θίασο Οι Νέοι ως πρωταγωνίστρια σε έργα των Ντ’ Ανούτσιο (Τζοκόντα), Γρηγορίου Ξενόπουλου (Η Αναδυομένη) και άλλων συγγραφέων. Τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με την Κυβέλη, τη Μαρίκα Κοτοπούλη, τον Αιμίλιο Βεάκη, τον Νίκο Δενδραμή, τον Γιώργο Παππά, τον Περικλή Γαβριηλίδη και διακρίθηκε ιδίως ως Μαργαρίτα («Κυρία με τις Καμέλιες» του Δουμά), Άννα («Ωραία Νεράιδα» του Λοτάρ), Κάτια Μάσλοβα («Ανάσταση» του Τολστόι), Νόρα («Σπίτι με τις Κούκλες» του Ίψεν), Δούκισσα («Εχθρά» του Νικοντέμι), Ελένη Νικολάγεβνα («Ζήλεια» του Αρτσιμπάτσεφ)

Το 1931 έπαιξε με δικό της θίασο στην Κωνσταντινούπολη, όπου της έγιναν μεγάλες τιμές και γράφτηκαν ενθουσιώδεις κριτικές. Ο Τούρκος συγγραφέας και ποιητής Χαλίτ Φαχρί σε κριτική του ανέφερε μεταξύ άλλων: «Είδα τότε την Παπαδάκη εμπρός μου ζωντανό σύμβολο μιας ευγενούς τέχνης. Αν και δεν γνωρίζω λέξη ελληνική, ούτε και είχα διαβάσει το έργο στο πρωτότυπο, η φωνή της, οι κινήσεις, η μιμική και οι στάσεις της καλλιτέχνιδας αυτής με τη φλογερή ψυχή, μου μιλούσαν και έρχονταν σε εμένα ως λόγια. Είναι ιδιαιτέρως άξιο εκτίμησης και επαίνου το γεγονός ότι μια καλλιτέχνις τόσο νέα υποδύεται με τόση δύναμη το πρόσωπο μιας ώριμης γυναίκας, μιας μητέρας».

Το 1931 πραγματοποίησε και τη μοναδική της εμφάνιση στον κινηματογράφο. Πρωταγωνίστησε στη βωβή ταινία του Ιωάννη Λούμου Στέλλα Βιολάντη, η ψυχή του πόνου, που βασιζόταν στο διήγημα του Γρηγόριου Ξενόπουλου Στέλλα Βιολάντη. Το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα δεν την ικανοποίησε και αποφάσισε να αφιερωθεί στο θέατρο.

Το 1932 προσελήφθη στο επανασυσταθέν Εθνικό Θέατρο, στο οποίο μέχρι το τέλος της σύντομης ζωής της έπαιξε πρωταγωνιστικούς ρόλους, που άφησαν εποχή.
Ξεχώρισε ως
Έλα Ρεντχάιμ («Ιωάννης Γαβριήλ Μπόρκμαν» του Ίψεν, 1933), Δυσδαιμόνα («Οθέλλος» του Σέξπιρ, 1933), Ζελφά («Ιούδας» του Σπύρου Μελά, 1934), Βασίλισσα («Δον Κάρλος» του Σίλερ, 1934), Έρσίλια Ντρέι («Να ντύσουμε τους γυμνούς» του Πιραντέλο, 1935), Μπετίνα Κλάουζεν («Πριν από το ηλιοβασίλεμα» του Χάουπτμαν, 1936), Αγγέλα Παπαστάμου («Πειρασμός» του Ξενόπουλου, 1936), Λαίδη Γουίντερμιρ («Βεντάλια» του Όσκαρ Γουάιλντ, 1937), Μανταλένια («Ψευτοσπουδαίες» του Μολιέρου, 1938), Ναταλία της Οράγγης («Πρίγκηπας του Χόμπουργκ» του Κλάιστ, 1938), Ρεγάνη («Βασιλιάς Λιρ» του Σέξπηρ, 1938), Λαίδη Τσίλτερν («Ιδανικός σύζυγος» του Όσκαρ Γουάιλντ, 1938), Λαίδη Τιζλ («Σχολείο κακογλωσσιάς» του Σέρινταν, 1939), Μαρία («Το Κοντσέρτο» του Χέρμαν Μπαρ, 1939), Δωροθέα («Δωροθέα Άνγγερμαν» του Χάουπτμαν, 1940), Δούκισσα του Μάλμπορο («Ένα ποτήρι νερό» του Σκριμπ, 1940), Πόρσια («Έμπορος της Βενετίας» του Σέξπιρ,1940), Σελιμένη («Μισάνθρωπος» του Μολιέρου, 1943)

Στην κριτική του για την παράσταση του έργου του Πιραντέλο Να ντύσουμε τους φτωχούς ο Αχιλλέας Κύρου έγραψε: «Τα χειροκροτήματα ανήκον ιδίως εις την δεσποινίδα Παπαδάκη, η οποία απέδειξε προσόντα αληθώς ανωτέρου ηθοποιού». Για τον ίδιο ρόλο ο Θεμιστοκλής Αθανασιάδης-Νόβας σημείωνε: «Αλλά η δόξα της βραδυάς ήταν η δεσποινίς Παπαδάκη. Σ’ αυτή δεν λέω ότι ημπορεί να είναι υπερήφανη. Υπερήφανοι πρέπει να είμαστε ημείς γι’ αυτήν».

Υψηλού επιπέδου ήταν και οι ερμηνείες της σε παραστάσεις αρχαίου δράματος. Ξεχώρισε ως: Κλυταιμνήστρα («Ηλέκτρα» του Σοφοκλή, 1936), Αντιγόνη («Αντιγόνη» του Σοφοκλή. 1940 και 1941), Ιφιγένεια («Ιφιγένεια Εν Ταύροις» του Ευριπίδη, 1941), Εκάβη («Εκάβη» του Ευριπίδη, 1943 και 1944)

Στις 30 Δεκεμβρίου του 1943 ο Άγγελος Σικελιανός έγραψε στο Ελεύθερο Βήμα για την Εκάβη της Παπαδάκη, που αποτέλεσε και το κύκνειο άσμα της καριέρας της: «Η καταπληκτική ερμηνεία της Εκάβης μας σταμάτησε μπρος σε ένα γεγονός, που πολύ ολίγα όμοιά του μπορούμε να απαντήσουμε, όχι μόνο ανάμεσά μας, μα και γενικά στην ιστορία ολόκληρη της ηθοποιίας. Εννοώ το γεγονός αυτό: Να ιδούμε μια μεγάλη καλλιτέχνιδα σαν την Ελένη Παπαδάκη, να υποταχθή, να πειθαρχήση απόλυτα και ολόκληρη στο Λόγο και το Πνεύμα του έργου, με μια τέτοια καθαυτό θρησκευτική ταπείνωση μπροστά στον ποιητή, ώστε μονομιάς -όσο μεγάλη καλλιτέχνιδα κι’ αν ήταν σε πρωτήτερες της επιδόσεις- να μας αποκαλυφθή αναπλασμένη σ’ ένα άλλο ανώτατο επίπεδο δημιουργικής της Αρετής». Η ηθοποιός Έλσα Βεργή έλεγε αργότερα ότι «Η Εκάβη της Παπαδάκη ήταν το σύμβολο μιας ολόκληρης φυλής στο πρόσωπο μιας μάνας».

Κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών, η Ελένη Παπαδάκη συνελήφθη στο σπίτι του φίλου και συναδέλφου της Δημήτρη Μυράτ στα Πατήσια (21 Δεκεμβρίου 1944) από άνδρες του ΕΛΑΣ, κατόπιν διαταγής του Καπετάν Ορέστη, του 23χρονου αρχηγού της ΟΠΛΑ της περιοχής. Κατηγορήθηκε για φιλογερμανική στάση και ως «φιλενάδα του Ράλλη», δηλαδή του κατοχικού πρωθυπουργού Ιωάννη Ράλλη. Φήμες που κυκλοφορούσαν στην Αθήνα την ήθελαν να παντρεύεται τον Ράλλη. Η πραγματικότητα ήταν ότι οι οικογένειες Ράλλη και Παπαδάκη συνδέονταν με φιλία από τα προπολεμικά χρόνια και η Ελένη Παπαδάκη είχε μεσολαβήσει στον Ράλλη για την απελευθέρωση αντιστασιακών ή Εβραίων καταζητούμενων. Νωρίτερα και συγκεκριμένα τον Νοέμβριο του 1944, η Παπαδάκη είχε διαγραφεί από το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών (ΣΕΗ), που ελεγχόταν από το ΚΚΕ, για φιλογερμανική στάση.

Τα μεσάνυχτα άρχισε η ανάκριση της Παπαδάκη από τον καπετάν Ορέστη και τις πρώτες πρωινές ώρες της 22ας Δεκεμβρίου του 1944 καταδικάστηκε σε θάνατο από έκτακτο του ΕΛΑΣ. Αμέσως μετά μεταφέρθηκε μαζί με άλλους μελλοθανάτους στα διυλιστήρια της ΟΥΛΕΝ στο Γαλάτσι, όπου δολοφονήθηκε με δύο σφαίρες στον αυχένα από τον εκτελεστή της ΟΠΛΑ Βλάσση Μακαρώνα. Η διαταγή του Ορέστη ήταν να εκτελεστεί με τσεκούρι, αλλά ο Μακαρώνας μάλλον τη λυπήθηκε και προτίμησε ένα πιο «ανώδυνο» τρόπο.

Η Παπαδάκη παρέμεινε αγνοούμενη για ένα μήνα. Το πτώμα της βρέθηκε στις 26 Ιανουαρίου του 1945, προκαλώντας σοκ στην αθηναϊκή κοινωνία. Η κηδεία ήταν «μεγαλοπρεπεστάτη», σύμφωνα με τον Τύπο της εποχής, κι έγινε στις 28 Ιανουαρίου στο Άγιο Γεώργιο Καρύτση, παρουσία πλήθους κόσμου. Ο τραγικός θάνατος της Παπαδάκη έθεσε πρόωρα τέρμα σε μια λαμπρή καριέρα και θρηνήθηκε ως εθνική απώλεια. Ο Άγγελος Σικελιανός της αφιέρωσε τους στίχους, εν είδει επιγράμματος:

Μνήσθητι Κύριε: Για την ώρα που η λεπίδα του φονιά άστραψε
κι όλος ο θεός της Τραγωδίας εφάνη.
Μνήσθητι Κύριε: για την ώρα που άξαφνα, κ’ οι εννιά αδελφές εσκύψαν
να της βάλουνε των αιώνων το στεφάνι.

Ο επίλογος της δολοφονίας της Ελένης Παπαδάκη γράφτηκε με τη συγγνώμη του γ.γ. του ΚΚΕ, Νίκου Ζαχαριάδη, και την εκτέλεση του Ορέστη ως «πράκτορα της Ιντέλιτζενς Σέρβις». Ο Μακαρώνας και η ομάδα του συνελήφθησαν από τις αρχές, καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν.

από infowoman team