Αρχική > Featured > «Είχα τέτοια εμμονή με το βάρος μου που κουβαλούσα τη ζυγαριά και στη βαλίτσα»

«Είχα τέτοια εμμονή με το βάρος μου που κουβαλούσα τη ζυγαριά και στη βαλίτσα»

Μία ιστορία βγαλμένη από την πραγματικότητα πολλών κοριτσιών που είτε βίωσαν, είτε βρέθηκαν ένα βήμα από το φάσμα της ανορεξίας

«Από μωρό είχα θεματάκι με το φαγητό, δεν μου άρεσε καμία γεύση, έτρωγα ευχαρίστως μόνο γαριδάκια φτάνοντας στο σημείο να μην έχω το απαιτούμενο σωματικό βάρος για να μου κάνουν εμβόλια. Μία φωτογραφία που βρήκε η μητέρα μου στα 4 μου χρόνια ήμουν ένας σκελετός με αφάνα μαλλί.

Λίγο κάτι προσθήκες στο φαγητό για να ανέβουν τα κιλά, λίγο κάτι άλλα από δω κι από κει σε μία φάση της ζωής μου από τα 10 μέχρι τα 12 το σώμα μου άλλαξε τρομακτικά. Άρχισα να βάζω κιλά, χωρίς να κατεβάζω απαραιτήτως γατοκέφαλα. Αλλά τα κιλά αυξάνονταν και αυξάνονταν.

Δεν έδινα όμως σημασία, ίσως γιατί νόμιζα ότι όλα ήταν εντάξει. Αλλά δεν ήταν. Στο σχολείο και το φροντιστήριο ήμουν η «χοντρή και άσχημη». Έτσι μου είχε πει θυμάμαι μία συμμαθήτριά μου στο φροντιστήριο.

Τότε δεν μας είχαν κάνει πλύσεις εγκεφάλου για το τι εστί bullying και με ένα «άντε μου στα κομμάτια μωρή» από μέσα μου και ένα «κοίτα τα μούτρα σου» απ’ έξω μου, και μεταξύ σοβαρού και αστείου ξεμπέρδευα. Ασχέτως αν το καρφί έμεινε βαθιά μπηγμένο μέσα στο μυαλό.

Η μαμά μου μού έλεγε ότι θα έπρεπε να χάσω κάποια κιλά όχι γιατί είμαι μία χοντρή, αλλά για να φοράω πιο όμορφα ρούχα και όχι μόνο φόρμες, με ωραίο και γλυκό τρόπο, λέγοντας πάντα ότι δεν έχω να ζηλέψω κάτι από κανένα άλλο κορίτσι. Όμως ξανά δεν έδινα σημασία από αντίδραση. Μάλλον, γιατί ήμουν αγοροκόριτσο και επικρατούσε η φόρμα και το μπάσκετ με τα αγόρια.

Τα καμπανάκια όμως συνέχιζαν. Μέχρι που μία γνωστή, αντιπαθέστατη που δεν τη χώνεψα στη ζωή μου ποτέ και ούτε πρόκειται, μου πετάει την ατάκα: «Πάχυνες πολύ έ;».

Κι εκεί γύρισε το μυαλό. Στα 16. Ναι, είχα παχύνει. Είχε δίκιο η στριμμένη. Ανεβαίνω στη ζυγαριά και δείχνει 73! 73, 73, 73!!!! «Όχι μ…ή! Τώρα θα δεις αν πάχυνα ή όχι», σκέφτηκα και έβαλα τον πρώτο στόχο. Θα γινόμουν και νονά, οπότε ο στόχος γινόταν διπλός. Γράφομαι στην τοπική ομάδα μπάσκετ. Προπονήσεις, ιδιαίτερα, διατροφή. Όχι της στέρησης, απλά τα περιττά κομμένα.

Στους πρώτους τρεις μήνες φεύγουν τα πρώτα 10 κιλά. Και συνεχίζω. Όσο έχανα τόσο καλύτερα ένιωθα. 63, 62, 61, 60, 59! Όταν δε, είδα μπροστά το 5 από το 7 πριν από 9-10 μήνες ένιωσα την απόλυτη ικανοποίηση. Ήθελα όμως κι άλλο κι άλλο… Πιο κάτω και πιο κάτω.

Στον καθρέφτη έβλεπα, όμως, ακόμη τη χοντρή. Η ζυγαριά είχε γίνει ο εφιάλτης μου. Καθετί που έτρωγα ανέβαινα να δω πόσο πήρα… Κι αν είχα πάρει, έκανα τα πάντα για να φύγουν. Μέχρι ατελείωτες επί τόπου αναπηδήσεις, μέχρι να επιστρέψει η ζυγαριά στον αριθμό που ήθελα ή και πιο κάτω. Αν κάτι εν μέρει με έσωζε από άλλα κορίτσια που πάλεψαν με το τέρας, είναι ότι σιχαινόμουν να ξερνάω. Δεν έχω χειρότερο!

Οι Πανελλαδικές δεν μ άφησαν, το παρατεταμένο καθισιό μου προσθέτει άλλα 3. Και ξανά το 6 μπροστά.

Περνάω στο Πανεπιστήμιο, έρχομαι στην Αθήνα και ξαναρχίζω. Μέχρι το πτυχίο έπεσα στα 57. Κι από τότε άρχισε η κάθοδος. Insomnia, αναζήτηση εργασίας, ένας πρώτος χωρισμός και φεύγουν άλλα 4. Τουτέστιν 53. Όσα ξεκίνησα τη δουλειά που μου έδωσε μεγάλη χαρά. Όμως και πάλι ήθελα να χάσω κι άλλο, κι άλλο.

Μερικά χρονια πριν ήταν η αρχή της κάτω βόλτας. Τα χαστούκια έρχονταν το ένα πίσω από το άλλο. Η χειρότερη χρονική περίοδος της ζωής μου, ανακατωσούρες, τσακωμοί, χειρουργεία, και πάλι τσακωμοί και πάλι προβλήματα. Μία ακόμη κακή σχέση. Ξεσπάω σε μένα. Αρχίζω να νομίζω ότι για όλα φταίει η εμφάνισή μου. Επειδή είμαι έτσι, «χοντρή». Και σταματάω το φαγητό. Τρώω μία φορά στις τρεις μέρες και αυτό ένα τοστ, έπινα μόνο καφέδες, ενώ πετούσα στα σκουπίδια ή άφηνα δίπλα στους κάδους για τους άστεγους φαγητά που μου έστελναν.

Είχα φτάσει στο επίπεδο της εμμονής, που κουβαλούσα τη ζυγαριά μέσα στη βαλίτσα στα ταξίδια και τις διακοπές μου, για να βλέπω αν πήρα κιλά ή όχι.

Εξακολουθούσα να βλέπω στον καθρέφτη μία χοντρή. Το φαγητό λιγόστευε και λιγόστευε… Ήξερα όμως ότι κάνω λάθος, ότι τιμωρώ τον εαυτό μου και για τη «χοντρή» και για όλα τα υπόλοιπα που ακολούθησαν. Εγώ έφταιγα για όλα. Και η ζυγαριά δείχνει 47. Δεν είχα καταλάβει ότι έδειχνε 47. Το έβλεπα για 74. Δεν είχα καμία διάθεση να δω το 47.

Κι εκεί έρχεται η απόλυτη σφαλιάρα που με ξύπνησε. Αυτό θα το χρωστάω σε όλη μου τη ζωή σε έναν μόνο άνθρωπο. Σε μία καλή φίλη που δεν θα την αφήσω να φύγει ποτέ από τη ζωή μου ακόμη και να αλλάξω ήπειρο ή και πλανήτη. Με παίρνει τηλέφωνο, παραμονές Χριστουγέννων, με σκυλοβρίζει, με σηκώνει από το κρεβάτι με το ζόρι και με πάει για ψώνια. «Τέλος. Μαζί θα κανουμε Χριστούγεννα», μου λέει. Βγαίνω στον κόσμο, βλέπω τα στολίδια, τα φωτάκια, αλλά η θλίψη παραμένει. Μπαίνουμε στα μαγαζιά, δοκιμάζω ένα φόρεμα, στέκομαι στον καθρέφτη και εκείνη από πίσω μου λέει: «Βλέπεις πώς είσαι; Σαν σκατά».

Βρήκα τη δύναμη να ξυπνήσω. Έπρεπε να ξυπνήσω. Συνειδητοποίησα ότι ήμουν ένα κεφάλι με μαλλιά. Και κάτι κόκαλα που πέταγαν από τους ώμους. Ένα τέρας. Μεταμορφωνόμουν στο τέρας, άρχιζα να του μοιάζω. Ξύπνησα, ήθελα να ζήσω όχι για αυτούς, αλλά για μένα. Να σταματήσω να κάνω κακό στον εαυτό μου, να κοιτάξω την παρτάρα μου όπως έκαναν όλοι κι εγώ κοιτούσα αυτούς αφήνοντας τον εαυτό μου να αρρωστήσει. Και όλα άρχισαν να διορθώνονται… σαν να τα άγγιξε μαγικό ραβδί.

Τώρα ζυγίζω 54 κιλά. Είμαι καλά, μ αρέσει το σώμα μου, το γυμνάζω και το φροντίζω. Με τις γεύσεις έχω ακόμα θέμα, δεν μ αρέσουν πολλά φαγητά, αλλά ως εκεί… Καμιά φορά κάνω πλάκα ότι θέλω να χάσω κι άλλο, αλλά πλέον δεν μπορώ. Και ουσιαστικά δεν θέλω, αυτό έχει τη μεγαλύτερη σημασία…

Κορίτσια, κανείς και καμία δεν είναι τέλειος/α. Και όποιος λέει ότι είναι να έρθει να μου δείξει την τελειότητά του και να του βγάλω το καπέλο. Δεν έχουμε να ζηλέψουμε τίποτα από καμία εξ αυτών που πλασάρονται ως πρότυπα. Αγαπήστε αυτό που έχετε και θα σας αγαπήσουν όλοι! Από εκεί ξεκινούν όλα. Όταν το τέρας μας δει δυνατές, δεν μας πλησιάζει…»