Αρχική > Featured > Δημήτρης Ντάσιος: Από τη Λυρική στα fashion shows του Μιλάνου – Η ζωή του βασιλιά των denim jackets

Δημήτρης Ντάσιος: Από τη Λυρική στα fashion shows του Μιλάνου – Η ζωή του βασιλιά των denim jackets

Τον συνάντησα στο ατελιέ του.  Έβρεχε καταρρακτωδώς, αλλά λίγο πριν φτάσω, ένας σχεδόν ανοιξιάτικος ήλιος ξεπρόβαλλε. Κάπως έτσι αισθάνεται κανείς όταν συναναστραφεί τον Δημήτρη Ντάσιο. Αρκεί μια σύντομη συζήτηση – όπως αυτή που κάναμε για το Infowoman.gr – για να σε γεμίσει αισιοδοξία και γνωρίζοντας τα επιτεύγματά του, να σε κάνει να επαναπροσδιορίσεις τους στόχους σου.

Προσωπικότητα πολυσχιδής, ο Έλληνας σχεδιαστής με τη μεγάλη διεθνή καριέρα έχει καταφέρει ό,τι κάνει στη ζωή του να το κάνει με επιτυχία. Από την Εθνική Λυρική Σκηνή στη δημιουργία κοσμήματος κι έπειτα στην ενασχόληση με το ρούχο, μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι η τέχνη κυριαρχούσε από πολύ νωρίς στη ζωή του. Μια ζωή που θα μπορούσε να αποτελέσει σενάριο ταινίας. Ένας άνθρωπος που έχει αυτό που λέμε «άστρο», που συνάντησε αρκετές δυσκολίες αλλά χάρη στην επιμονή του και τη σκληρή δουλειά κατάφερε να τις ξεπεράσει και να μεγαλουργήσει.

«Ξεκίνησα από τις Πολιτικές Επιστήμες. Εκ γενετής ήμουν καλλιτεχνική φύση αλλά οι γονείς μου δεν ήθελαν να το προσέξουν. Η τέχνη ήταν ενσωματωμένη σε μένα, ήταν θέμα γονιδιακό. Κάποια στιγμή ακολούθησα τη μουσική, προχώρησα προς το τραγούδι -ανιχνευτικά πάντα γιατί δεν είχα κάποιον να με κατευθύνει- είδα ότι υπάρχουν δυνατότητες, οπότε άρχισα να εξασκούμαι σε αυτό και παράλληλα οδηγήθηκα στο θέατρο. Τότε ξεκίνησα με μια φίλη να κατασκευάζω κοσμήματα περισσότερο ως χόμπι. Αργότερα ασχολήθηκα πιο επαγγελματικά, ενώ παράλληλα ήμουν στο θέατρο, αλλά ακόμη τότε δεν ήμουν αρκετά δυνατός ώστε να προσδιοριστώ επαγγελματικά πάνω σε αυτό.

Τα denim jackets μπήκαν στις 50 καλύτερες μπουτίκ του κόσμου κι έτσι ξεκίνησε μια διευρυμένη καριέρα στο διεθνές περιβάλλον

Στο θέατρο δούλεψα με πολύ σημαντικούς πρωταγωνιστές και σκηνοθέτες, και κάποια στιγμή αποφάσισα να επιστρέψω στο κόσμημα, αυτή τη φορά πιο δυναμικά. Και το έκανα! Παράλληλα, άρχισα ψυχοθεραπεία γιατί είχα πολύ μεγάλη ανασφάλεια και έπρεπε να στηρίξω το εγώ μου. Ξεκίνησα συνεργασίες με το« μουσείο Μπενάκη, με διάφορες γκαλερί, ατομικές εκθέσεις, και όλο αυτό άρχισε να ελκύει την προσοχή των δημοσιογράφων και των ανθρώπων του επαγγέλματος. Τότε ξεκίνησε και η εβδομάδα μόδας από τον Σύλλογο Ελλήνων Σχεδιαστών. Με πρότειναν, έγινα άμεσα δεκτός και ξεκίνησα από την πρώτη σεζόν τις παρουσιάσεις που γίνονταν τότε στο Ζάππειο.

Το 2006, στη δεύτερη σεζόν της εβδομάδας μόδας, αγόρασε τη συλλογή μου η Maria Louisa Poumalliou, μία από τις σημαντικότερες buyers τότε και από τις μεγαλύτερες influencers σε θέματα μόδας. Μετά από δύο σεζόν έβγαλα τα πρώτα denim jackets που κατέληξαν να γίνουν εμβληματικά μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια, τα οποία παρουσιάστηκαν στην εβδομάδα μόδας στο Μιλάνο και το Παρίσι. Μπήκαν στις 50 καλύτερες μπουτίκ του κόσμου, δημιούργησαν έναν ανταγωνισμό μεταξύ των καταστημάτων κι έτσι ξεκίνησε μια διευρυμένη καριέρα στο διεθνές περιβάλλον που ευτυχώς συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Το πιο σημαντικό όμως ήταν ότι άμεσα είχα τεράστιες ευθύνες ως προς το εμπορικό κομμάτι το οποίο δεν γνώριζα καθόλου. Παρουσίασα μια πολύ μικρή κολεξιόν και ξαφνικά είχα πολύ μεγάλες παραγγελίες από ιστορικά μαγαζιά στο εξωτερικό, που καθορίζουν τη μόδα σε παγκόσμιο επίπεδο. Σε αυτές τις παραγγελίες έπρεπε να ανταποκριθώ. Τα denim της πρώτης κολεξιόν τα έραψε μια πολύ σημαντική μοδίστρα θεάτρου, καθώς τότε δεν υπήρχε μεγάλη εξειδίκευση στον χώρο. Υπήρχε εμπειρία σε πράγματα που δεν ήταν mainstream, αλλά εδώ χρειαζόταν μια διαφορετική ματιά. Αυτό ήταν κάτι πραγματικά ζόρικο στο οποίο έπρεπε να αντεπεξέλθω».

Σας φόβισε αυτό;

«Εξωφρενικά πολύ. Επειδή ήμουν σε περίοδο ψυχοθεραπείας τότε για να ξεπεράσω τους φόβους μου, κάθε βήμα που γινόταν μου δημιουργούσε τρομακτικό στρες και φόβο. Όμως είχα αποφασίσει ότι θα επιμείνω πάρα πολύ. Δούλεψα πάρα πολύ σκληρά και πάνω στο θέμα της δουλειάς και στο ψυχολογικό κομμάτι. Ήρθα αντιμέτωπος με πολύ δύσκολες καταστάσεις άγχους και φόβου, στις οποίες έπρεπε να πάω πολύ κόντρα και να τις ξεπεράσω. Και τα κατάφερα! Αυτό κατά τη γνώμη μου είναι η μεγαλύτερη επιτυχία σε προσωπικό επίπεδο».

Παρατηρώντας κάποιος την πορεία σας αντιλαμβάνεται ότι είστε τελειομανής, ότι δεν σας αρέσουν τα ημίμετρα…

«Νομίζω πώς έτσι είμαι. Το πρόβλημά μου ήταν ο φόβος μου. Σε δημιουργικό επίπεδο νομίζω ότι και από δυνατότητες αλλά και από θέληση μπορώ να φτάσω σε πολύ υψηλά επίπεδα γιατί λατρεύω την εργασία. Ένας από τους μεγάλους μου φόβους ήταν ότι θα μείνω χωρίς εργασία. Το επόμενο ενδιαφέρον μου επαγγελματικά, είναι ότι παραμένω στο δημιουργικό κομμάτι αλλά έχω μετακυλήσει και στο επιχειρηματικό. Το επιχειρείν είναι η νέα μεγάλη αγάπη μου. Αυτό στην αρχή δεν ήταν καθόλου εύκολο, αλλά πλέον έχει γίνει το καθημερινό μου χόμπι και το χαίρομαι πολύ. Η μεγαλύτερη μου χαρά στη ζωή είναι ότι έχω καταφέρει να κάνω αυτό που λατρεύω, οπότε πώς να μη το κάνω καλά; Όταν ξυπνάω το πρωί δε βλέπω την ώρα να ανέβω στο ατελιέ μου για να ξεκινήσει η δουλειά».

14 χρόνια με τα εμβληματικά denim jackets

Το 2005 έκανα ένα ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη. Μέχρι τότε στα θέματα σχεδιασμού κοσμημάτων εμπνεόμουν πολύ από τη Δύση, οπότε βρέθηκα σε έναν τελείως διαφορετικό κόσμο, ο οποίος μου δημιούργησε τρομερή εντύπωση και γοητεία. Εκεί βρήκα στοιχεία από την Ανατολή και κομμάτια από στρατιωτικές στολές εποχής με τα οποία τρελάθηκα! Το πρώτο πράγμα που είπα, ενώ τότε ασχολούμουν μόνο με κοσμήματα, ήταν ότι αυτά πρέπει να συνδυαστούν με denim. Γύρισα στην Αθήνα, κάναμε το πρώτο show, το μυαλό μου όμως γυρνούσε πάλι σε αυτό.

Επέστρεψα στην Κωνσταντινούπολη, πήρα αυτά τα στοιχεία, έκανα έναν συνδυασμό πάνω σε denim και δημιούργησα τη σειρά Turk Baroque. Έγινε ένα πάντρεμα πάνω σε denim των πλισέ γιακάδων που έφτιαχνα μέχρι τότε για κοσμήματα μαζί με τα αυθεντικά στοιχεία από την Ανατολή. Έτσι δημιουργήθηκαν κάποια denim jackets που παρέπεμπαν σε στρατιωτικές στολές. Αυτό ήταν κάτι πολύ καινούργιο τότε, ήταν ελαφρώς σουρεαλιστικό θα μπορούσε να πει κανείς.

Τα denim jackets συνεχίζουν να είναι τα πρώτα σε πωλήσεις και σε ενδιαφέρον των πελατών. Έχουν δε συνδυαστεί και με militaire πλέον. Νομίζω ότι οι γυναίκες τα αγαπούν πάρα πολύ γιατί είναι ένα υλικό που είναι παντός καιρού. Στην ουσία έχουμε πάρει ένα καθημερινό ευκολοφόρετο ρούχο σαν καμβά και δουλεύουμε πάνω ένα έργο τέχνης. Τα denim και militaire jackets από μόνα τους είναι πάρα πολύ θηλυκά. Έχουν το ανδρόγυνο στοιχείο, το οποίο όμως πάνω σε μια γυναίκα γίνεται πολύ θηλυκό, κι εγώ έρχομαι να το κάνω ακόμα πιο θηλυκό βάζοντας όλα αυτά τα στοιχεία, τα οποία είναι αυθεντικά, παλιά, πολύτιμα. Είναι ένα πασπαρτού κομμάτι της γυναικείας γκαρνταρόμπας».

Η Ελληνίδα δεν έχει βρει τον χαρακτήρα της. Δεν έχει κάνει την επανάστασή της, ώστε να ανακαλύψει το τρομακτικό ενδιαφέρον που φέρει

«Η Ελληνίδα θα έλεγα ότι έχει διχασμένη προσωπικότητα. Είναι πολύ συντηρητική όσον αφορά το στυλ της. Με τα δικά μου ρούχα αισθάνεται μια αμηχανία, δε ξέρει ακριβώς πώς να τους συμπεριφερθεί. Παράλληλα όμως, αν μιλάμε για μια γυναίκα που είναι σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο γνώσεων, παραστάσεων, ταξιδιών, αντιλαμβάνεται άμεσα το στυλ μου. Σαφώς δεν απευθύνομαι στην κλασική Ελληνίδα. Είναι πολύ διαφορετικός ο τρόπος που έχει μάθει να αντιμετωπίζει τα πράγματα. Δυστυχώς εδώ και πάρα πολλά χρόνια, η βιομηχανία της μόδας στην Ελλάδα, όσον αφορά στους εμπόρους και τα περιοδικά, τονίζουν τις εξωγενείς φόρμες, προτείνουν πάντα τα εισαγόμενα προϊόντα. Και αυτό είναι κάτι που έχει αποδυναμώσει τρομακτικά την ελληνική παραγωγή.

Δυστυχώς ο Έλληνας έχει μια τρομακτική ανασφάλεια στο να προτείνει ο ίδιος τον τρόπο που θα ντυθεί ή τον τρόπο που θα μεγαλουργήσει. Παρόλα αυτά η Ελληνίδα εξακολουθεί να ακολουθεί πολύ συγκεκριμένες συνταγές. Από την άλλη όμως, το βράδυ που θα βγει, πολύ εύκολα παραβαίνει αυτές τις συνταγές και γίνεται πολύ εντυπωσιακή, σέξι και προκλητική. Νομίζω ότι η Ελληνίδα δεν έχει βρει τον χαρακτήρα της τελικά. Αλλά δε φταίει εκείνη, φταίνε όλοι αυτοί που προσπαθούν να την προσδιορίσουν. Στο μόνο που φταίει εκείνη είναι ότι δεν έχει κάνει την επανάστασή της, ώστε να βρει τον χαρακτήρα της και το τρομακτικό ενδιαφέρον που φέρει. Είναι ένα συγκλονιστικό κράμα προσωπικότητας, γυναίκας, αισθητικής, αισθησιασμού. Έχει μια ατμόσφαιρα μεσογειακή και παγκόσμια συγχρόνως και αυτό της δίνει απίστευτες δυνατότητες».

Η συλλογή Άνοιξη-Καλοκαίρι 2020

«Εγώ δεν κάνω trends παρότι βρίσκομαι πάντα μέσα στην εποχή. Δεν ξέρω πώς συμβαίνει αυτό, είναι ίσως μια διαίσθηση του τι συμβαίνει. Η καλοκαιρινή συλλογή μου έχει μεσογειακή ατμόσφαιρα, που έρχεται από την Ανατολή και συγχρόνως απευθύνεται πάρα πολύ στη Δύση. Εκεί είναι και η μεγαλύτερη πελατεία μου, άλλωστε. Αυτό που κάνω και είναι χαρακτηριστικό μου είναι ότι αναμειγνύω τις εποχές, τα υλικά, τις ατμόσφαιρες και τις τοποθεσίες. Παίρνω ένα ύφασμα κι εκεί επάνω καταθέτω όλες τις παραστάσεις μου, τις μνήμες, όλη την αισθητική μου και όλα τα στοιχεία που με έχουν γοητεύσει και έχω φέρει από όλο τον κόσμο. Δημιουργώ ένα ρούχο που έχει μνήμες και συγχρόνως συνεχείς αναφορές. Αυτό συμβαίνει σε όλες τις συλλογές μου. Το μόνο που διαφέρει κάθε φορά είναι τα υλικά, τα χρώματα, οι τεχνικές.

Δουλεύουμε πάντα φυσικά υλικά. Τα υφάσματα έρχονται από όλο τον κόσμο. Τα λινά κυριαρχούν το καλοκαίρι καθώς και τα σιφόν σε όλη τη γκάμα των φυσικών χρωμάτων, αλλά μετά μπαίνουμε και σε πιο δυνατά, όπως τα πράσινα και τα κόκκινα. Έθνικ ύφος, resort, ρούχα ευκολοφόρετα από το πρωί μέχρι το βράδυ, και κάποια άλλα πιο ιδιαίτερα από μετάξια από αργαλειούς που είναι πιο βραδινά.

Υπάρχει και η σειρά Dassios Theros που την κάναμε περισσότερο για την Ελλάδα σε πιο οικονομικές τιμές, διατηρώντας όμως τα υλικά πρώτης ποιότητας, και η οποία βγαίνει μόνο καλοκαίρι εδώ και τρεις σεζόν. Η ανάγκη δημιουργήθηκε επειδή τα πράγματα άλλαξαν πάρα πολύ λόγω της κρίσης. Εμείς εκείνα τα χρόνια δουλεύαμε ήδη στο εξωτερικό και είχαμε την τύχη να μη μας αγγίξει όλο αυτό. Θέλοντας όμως να στραφούμε εδώ γιατί εδώ δημιουργούμε, εδώ παράγουμε, οπότε σαφώς μας ενδιαφέρει πολύ αυτό, έπρεπε να γυρίσουμε σε τιμές πολύ χαμηλότερες από αυτές που δουλεύουν στο εξωτερικό. Αυτό όμως δε μπορούσε να γίνει γιατί όταν έχεις ένα τιμολόγιο πρέπει να είναι ενιαίο. Οπότε έπρεπε οπωσδήποτε να δημιουργηθεί κάτι πιο οικονομικό, το οποίο όμως να φέρει την υπογραφή μας και τα χαρακτηριστικά μας. Έτσι δημιουργήθηκε η σειρά.

Ποια πρόσωπα θεωρείτε σημεία αναφοράς στην πορεία σας, τόσο στην υποκριτική όσο και στον χώρο της μόδας;

«Γενικότερα είμαι ένας άνθρωπος που έχει φύγει από τα στερεότυπα και τα πρότυπα. Αυτό ήταν δύσκολο αλλά όταν έγινε, ήταν μια πολύ μεγάλη ελευθερία για εμένα. Μία πολύ σημαντική συνεργασία που είχα στο θέατρο, ήταν η Αλίκη Βουγιουκλάκη. Πολύ γοητευτικό και ιδιαίτερο άτομο πέρα από το καλλιτεχνικό κομμάτι της. Όσον αφορά στον σχεδιασμό, σαφώς η Maria Louisa Poumalliou ήταν ένα άτομο που με σημάδεψε. Όταν με αγόρασε, δεν ήξερα ποια είναι. Εκ των υστέρων συνειδητοποίησα ότι ήταν ίσως ένα από τα 5 σημαντικότερα άτομα στον κόσμο πάνω σε θέματα μόδας. Όταν λοιπόν έρχεται αυτό το άτομο και σου ζητάει ραντεβού, το οποίο το έφερε η Elis Kiss στο show μου, η οποία με πρότεινε στο Σύλλογο Σχεδιαστών και είναι κάτι που δεν ξεχνώ ποτέ, δεν μπορείς να το συνειδητοποιήσεις αμέσως. Η ιδιαιτερότητα σε όλο αυτό ήταν ότι εγώ δημιουργικά δεν είχα όρια και εξακολουθώ να μην έχω. Δεν σκέφτομαι αν θα αρέσει οτιδήποτε κάνω. Το κάνω γιατί δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά. Είναι τεράστια ανάγκη μου. Η Elis Kiss είναι επίσης πολύ σημαντική σαν σημείο κλειδί για εκείνη την εποχή και ο εδώ και 22 χρόνια συνεργάτης μου, Γιάννης Λεμπέσης, ο οποίος με στήριξε πάρα πολύ και είναι ο μοναδικός που με βοήθησε πραγματικά να κάνω την υπέρβαση και να μη φοβάμαι. Ελπίζω ότι θα συνεργαζόμαστε για πολύ ακόμη.

Η φράση «δεν υπάρχουν όρια» έχει γίνει το μότο μου, όχι όσον αφορά στα όρια της επιτυχίας ή του πλουτισμού

«Η έννοια των ορίων έχει να κάνει με τον ψυχισμό μου. Επειδή ήμουν ένας άνθρωπος που τον καθόριζε και τον εμπόδιζε ο φόβος, έχοντας κάνει όλη αυτή τη διεργασία με τον εαυτό μου, πλέον κάθε φορά βάζω ένα καινούργιο σημείο για να μεγαλώσω τα δικά μου προσωπικά όρια όσον αφορά στις δυνατότητες και τις δυνάμεις μου. Παίρνοντας λοιπόν σαν αφορμή την εργασία μου, δημιουργώ νέα spots τα οποία βέβαια προϋποθέτουν υγεία και καλές πολιτικοοικονομικές καταστάσεις. Είναι στόχοι που θέλω να κατακτήσω για να δω ότι μπορώ να ανοίξω κι άλλο τα προσωπικά μου όρια.

Φέτος έγινε για πρώτη φορά ανδρική σειρά, την οποία παρουσιάσαμε ήδη στο Μιλάνο. Ήταν κάτι που μου ζητούσαν πολλά χρόνια, όμως κατάλαβα την ανάγκη αυτή την περασμένη σεζόν που ανοίξαμε στη Μύκονο. Αρχικά δεν ενδιαφερόμουν να κάνω αντρικά ρούχα γιατί αγαπώ πολύ τη γυναίκα σαν δημιουργικό spot, αλλά τελικά είδα ότι μπορώ. Αυτό για μένα ήταν πολύ σημαντικό, γιατί βγήκε μια πολύ καλή σειρά τελικά, η οποία πήγε στο Μιλάνο και δημιούργησε εντυπώσεις. Αυτό ήταν άλλο ένα άνοιγμα μιας νέας δραστηριότητας.

Το επόμενο είναι ένα νέο μαγαζί στη Μύκονο που δημιουργείται τώρα. Είναι ένας καινούργιος χώρος στην οδό Καλογερά, στον πιο κομψό δρόμο του νησιού. Τώρα είμαστε στην ανακαίνιση του χώρου, γιατί θέλουμε να έχει εντελώς την ταυτότητά μας.

Επόμενος στόχος μου είναι ένα μαγαζί στο Παρίσι. Θέλω ένα χώρο εκεί γιατί είναι η καρδιά της μόδας. Κάναμε μια έρευνα και διαπιστώσαμε ότι αν έχεις μαγαζί στη Μύκονο, μετά είναι πάρα πολύ εύκολο να ανοίξεις οπουδήποτε. Να φανταστείτε ότι το ενοίκιο στο Παρίσι είναι το μισό από εκείνο της Μυκόνου. Είδαμε λοιπόν ότι είναι κάτι που δεν είναι εντελώς απαγορευτικό. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να δημιουργηθεί ένας mono brand χώρος εκεί, γιατί η μάδα είναι ένα πράγμα που αρχίζει και κραδαίνεται σε παγκόσμιο επίπεδο. Υπάρχει μια ενιαία κρίση και αυτό έχει κάνει τις εκθέσεις και τα showrooms να υποβαθμίζονται. Με ενδιαφέρει ένας συγκεκριμένος χώρος στην πρωτεύουσα της μόδας, που θα λειτουργεί σαν βιτρίνα μας σε εκείνο το σημείο, αλλά συγχρόνως σαν showroom ώστε να μπορούν οι πελάτες από όλον τον κόσμο να έρχονται εκεί και να κατευθύνουμε εμείς οι ίδιοι το πελατειακό μας status σε παγκόσμιο επίπεδο.

Το βασικότερο όλων είναι να είμαστε καλά, να φροντίζουμε τον εαυτό μας, να μπορούμε να δημιουργούμε, να προσφέρουμε στο περιβάλλον και στους ανθρώπους που μας έχουν ανάγκη όσο γίνεται περισσότερο. Το σημαντικότερο για μένα είναι να υπάρχει ένα εργασιακό περιβάλλον που σε κάνει να θες κάθε μέρα να πας στη δουλειά σου. Αυτή νομίζω ότι είναι η μεγαλύτερη ευτυχία στη ζωή. Και εδώ το έχουμε καταφέρει αυτό».

Οι φωτογραφίες είναι από την συλλογή Dassios Spring/Summer 2020.

Φωτογραφίες: Κοσμάς Κουμιανός

Μοντέλα: Βασιλική Ρούσσου, Κωνσταντίνος Γατόπουλος