Στη μέση άγριων θαλασσών μέσα σε μια ακυβέρνητη βάρκα, χωρίς φαγητό και νερό επί εννιά μέρες και έπειτα επί 40 ημέρες στη ζούγκλα της Αφρικής, ο 20χρονος Έλληνας ναυτικός Δημήτρης Γκιάτης, ο οποίος είχε απαχθεί και κρατηθεί όμηρος από πειρατές στο Τόγκο, έζησε μια τρομακτική εμπειρία που κανείς δεν θα την ήθελε για δικό του άνθρωπο.
Με τη βοήθεια της προσευχής, όπως αναφέρει ο ίδιος, σώθηκε και επέστρεχε στην αγκαλιά της οικογένειά του. Ο Δημήτρης μίλησε στην εκπομπή «Μαζί σου» και περιέγραψε τις δραματικές ώρες που έζησε. Αρχικά, ο νεαρός ναυτικός διηγήθηκε πώς έπεσε αιχμάλωτος των πειρατών την ώρα που το ελληνόκτητο πλοίο Elka Aristotle βρισκόταν αγκυροβολημένο ανοιχτά του λιμανιού Λόμε, στο Τόγκο.
«Η επίθεση έγινε στις 2 τα ξημερώματα. Κοιμόμουν. Άκουσα έναν χτύπο στην πόρτα και την άνοιξα. Υπέθεσα ότι είχαμε πρόβλημα με το ρεύμα, γι’ αυτό άνοιξα… Είδαν έναν άνθρωπο να με σημαδεύει με όπλο στο κεφάλι. Εκείνη την ώρα δεν σκέφτεσαι. Ήμουν πολύ φοβισμένος», είπε χαρακτηριστικά.

Στην ακυβέρνητη βάρκα

Ο ίδιος και οι άλλοι τρεις όμηροι ναυτικοί έμειναν για τέσσερις ημέρες σε μία ακυβέρνητη βάρκα, στον κόλπο της Γουινέας, που ήταν περικυκλωμένη από καρχαρίες. «Μας έβαλαν σε μία ξύλινη βάρκα που είχε μία μηχανή. Δεν υπήρχαν σωσίβια. Επέβαιναν εννέα πειρατές με βαρύ οπλισμό και εμείς οι τέσσερις. Ήμασταν τέσσερις μέρες στη θάλασσα. Την πρώτη μέρα ταξιδεύαμε κανονικά, γιατί είχαμε πετρέλαιο για να κινηθεί η μηχανή. Μας είπαν να μην φοβόμαστε, γιατί το κάνουν για να πάρουν μόνο χρήματα. Τη δεύτερη μέρα μείναμε από καύσιμα. Δυσκολευτήκαμε πάρα πολύ γιατί δεν είχαμε τροφή και νερό, κάναμε την ανάγκη μας στην θάλασσα. Τέντωσαν το πανί για να πηγαίνουμε με τον αέρα και να φτάσουμε στην ακτή», περιέγραψε.
«Όλες τις μέρες που ήμασταν εκεί, κάναμε προσευχές, ανεξαρτήτως θρησκείας. Ήμασταν σε άθλια κατάσταση. Έπαιρνα δύναμη. Χάρη στην προσευχή, προσπάθησα και επέζησα», είπε επίσης ο 20χρονος ναυτικός, ο οποίος δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί όταν αναφέρθηκε στον τέταρτο όμηρο ναυτικό από τις Φιλιππίνες, ο οποίος νόσησε από μαλάρια και, όπως είπε χαρακτηριστικά, «πέθανε στα χέρια μας».

από Σοφία Κωστάρα