Αρχική > Θέατρο-Χορός > Αλίνα Κοτσοβούλου, γιατί μια κακοποιημένη γυναίκα δεν ανοίγει την πόρτα να φύγει;

Αλίνα Κοτσοβούλου, γιατί μια κακοποιημένη γυναίκα δεν ανοίγει την πόρτα να φύγει;

Όσοι την ξέρουν τη χαρακτηρίζουν ως τη χαρά της ζωής. Φύσει και θέσει καλλιτεχνική προσωπικότητα, εξαιρετικά ταλαντούχα μαγνητίζει το βλέμμα όπου κι αν πρωταγωνιστεί, στην τηλεόραση, στο θέατρο ή στον κινηματογράφο. Ο λόγος για την Αλίνα Κοτσοβούλου που αυτήν την περίοδο έχει εισβάλλει στις «Άγριες Μέλισσες» ενσαρκώνοντας έναν ανατρεπτικό ρόλο. Αυτόν της Βασούλας, της γυναίκας ενός από τα πρωτοπαλίκαρα του Δούκα που κακοποιείται συστηματικά.

Εμείς είχαμε μία πολύ ενδιαφέρουσα και εφ όλης της ύλης συζήτηση μαζί της…

Είχατε ανέκαθεν καλλιτεχνικές ανησυχίες;

Η γιαγιά μου ήταν λυρική σοπράνο κι είχε σπουδάσει κλασικό τραγούδι στο Ωδείο Αθηνών και λόγω συνθηκών της εποχής εκείνης δε βγήκε στο σανίδι. Ήταν μέλος της χορωδίας Αθηνών μέχρι σχεδόν που πέθανε. Ο πατέρας μου πάλι έπαιζε πιάνο και του άρεσε πολύ το θέατρο. Είχε μάλιστα μια μεγάλη βιβλιοθήκη με θεατρικά βιβλία. Υπήρχε, λοιπόν, μια καλλιτεχνικότητα στο σπίτι, χωρίς να βιοπορίζεται κανείς ωστόσο από αυτή. Εγώ, από πάρα πολύ μικρή, ίσως και λίγο υποκινούμενη από τη γιαγιά και τις συνθήκες στο σπίτι μου, ίσως και από τη φύση μου, ξεκίνησα να παίζω σε παιδικές παραστάσεις κυρίως στην Ιθάκη που παραθερίζαμε. Εκεί, είχαν κάνει οι μαμάδες κάτι ομάδες για τα παιδιά και παίζαμε παιδικά. Έτσι κάπως ξεκίνησε το χόμπι, αλλά ήταν πολύ έντονο και κάποια στιγμή κέρδισε τις άλλες μου κλίσεις.

Ήσασταν καλή μαθήτρια στο σχολείο;

Ναι, αρκετά καλή. Αλλα Δευτέρα- Τρίτη Λυκείου επειδή είχα κάποιο είδος κατάθλιψης ξεκίνησα χοροθεραπεία, την οποία και μετά τη σπούδασα κιόλας. Πήρα τότε μια γενναία απόφαση, παράλληλα με τις πανελλήνιες, πως θα γίνω ηθοποιός. 17 χρόνων το αποφάσισα και 17,5 μπήκα στη σχολή.

Πώς αντέδρασαν οι δικοί σας;

Είχαν ενστάσεις… δεν πίστευαν πως αυτό θα είναι η δουλειά μου. Υπήρξαν αντιδράσεις και πιο πολύ από τον πατέρα μου. Ίσως ήταν εσωτερικά πιο συντηρητικός, με στήριξε ωστόσο στην απόφασή μου, και με σύστησε στον Κώστα Γεωργουσόπουλο που τον είχε καθηγητή στο σχολείο. Ο Γεωργουσόπουλος με πήγε στην Ασπασία Παπαθανασίου στο Κέντρο Αρχαίου Δράματος και έτσι μπήκα από πολύ μικρή στα πολύ βαθιά. Με σύστησε, αλλά δεν ήθελε στην πραγματικότητα να το κάνω.

Σας λείπει το θέατρο την περίοδο αυτή του Lockdown;

Πρωταγωνιστούσα σε μια παράσταση για παιδιά που λεγόταν «Η Μαρία πριν την Κάλλας» και ερμήνευα την Ελβίρα ντε Ιντάλγκο που σημειωτέον ήταν η δασκάλα της γιαγιάς μου! Σταματήσαμε εξαιτίας του lockdown. Δεν ξέρω αν μου λείπει το θέατρο, γιατί δουλεύω για το θέατρο, γράφω, διαβάζω, το θέατρο δεν είναι μόνο μία παράσταση. Μου λείπει όμως η αίσθηση της ελευθερίας που είχαμε να επιλέξουμε -αν έχουμε ελευθερία να επιλέξουμε γιατί εμείς οι καλλιτέχνες έχουμε στριμωχτεί πολύ τα τελευταία χρόνια- και να σχεδιάσουμε κάτι. Η ελευθερία να αποδεχτείς μια πρόταση, χωρίς να τη ζυγίσεις χίλιες φορές. Το θέατρο θα μου λείψει αν κρατήσει πάρα πολύ καιρό. Μου λείπει, όμως, σαν θεατής. Μου λείπει η διαδικασία του να οργανώσω να δω μια παράσταση, ή να ακούσω κλασική μουσική.

Είδατε παραστάσεις στο ίντερνετ;

Είναι δύσκολο στο σπίτι, ειδικά με ένα μικρό παιδί, να μείνεις στοχοπροσηλωμένος. Είδα τη «Σατανερί» στη Λυρική γιατί συμμετείχα πέρσι και την είδα με μεγάλη χαρά γιατί ήμουν στα καμαρίνια και δεν είχα δει την παράσταση όλη, είδα κάποιες παραγωγές της Λυρικής και τις ευχαριστήθηκα. Δεν είναι το θέατρο όμως το ίδιο. Δεν προσλαμβάνεις αυτό που προσλαμβάνεις στο ζωντανό. Ο σκηνοθέτης που στήνει μια παράσταση, τη στήνει για να τη δει ζωντανά ο θεατής.

Βλέπατε από πριν τις Άγριες Μέλισσες; Πώς προέκυψε η συμμετοχή σας στη σειρά;

Ναι, στην αρχή ειδικά, είδα πολλά επεισόδια, αλλά και μετά δεν έχασα την επαφή μου, ήξερα τι συμβαίνει… Ήμουν πολύ τυχερή, ήθελα πολύ να δουλέψω και με τον Λευτερη τον Χαρίτο. Είχαμε δουλέψει μαζί και στο «Μια Μέλισσα τον Αύγουστο», όπου ήταν σκηνοθέτης β’ μαζί με τον Θοδωρή Αθερίδη. Σύμπτωση πάλι. Και εκεί έπαιζα τη Βασούλα…σε μία άλλη Μέλισσα. Με την Μελίνα την Τσαμπάνη είχα δουλέψει στην «Παρθένα Ζωή» και ήθελα να ξανασυνεργαστώ μαζί της. Είχα περάσει από κάστινγκ το καλοκαίρι. Δεν με πήραν, δεν υπήρχε κάποιος ρόλος για μένα. Ωστόσο, η casting director Μιράντα Ρωσταντή με πήρε μέσα στο φθινόπωρο και μου λέει «Είναι έχουμε έναν ρόλο που σκέφτηκα πως είναι ο ρόλος να τον κάνεις, όμως εσύ είσαι η χαρά του Θεού και αυτός είναι ένας δύσκολος ρόλος». Απάντησα αμέσως πως θέλω να το δοκιμάσω, ήθελα να με δείτε σε κάτι διαφορετικό.

Ενσαρκώνετε μία γυναίκα που κακοποιείται από τον άνδρα της…

Ναι, ο ρόλος από γραφής είναι πολύ ωραία δομημένος. Είναι η γυναίκα του Λια, ενός από τους εργάτες του Δούκα που καταστρέφουν κάποια σπίτια των αγροτών του συνεταιρισμού. Αυτή η γυναίκα είναι αρκετά τυπική και παραδοσιακή, είναι η εικόνα της γυναίκας που έχουμε σ΄ένα χωριό της εποχής. Είναι η σκιά του άνδρα της. Είναι ό,τι πει ο άνδρας της και καταλαβαινουμε πως αυτός την κακοποιεί σωματικά. Οι σκηνές που είχα να διαβάσω ήταν πολύ δύσκολες, γιατί σε φέρνουνε αντιμέτωπο με τις εμπειρίες τις δικές σου ή και άλλων. Δεν είναι απαραίτητο να έχεις κακοποιηθεί για να μπεις μέσα στο καθεστώς του φόβου… Γιατί εκεί πατάει η κακοποίηση. Στον φόβο, τον εγκλωβισμό και στην αίσθηση πως δεν είσαι ελεύθερος.  Βουτώντας σ΄αυτόν τον ρόλο, αυτό που ανακάλυψα είναι πως είναι πως έρχεσαι αντιμέτωπος με όλα τα κομμάτια του φόβου σου. Η αίσθηση πως είσαι εγκλωβισμένος είναι τρομερή. Και μπορεί να λες στους φίλους σου «Τι φοβάσαι; Άνοιξε την πόρτα και φύγε».  Οι γυναίκες αυτές θεωρούν πως δεν έχουν άλλη επιλογή, πως αυτή είναι η ζωή τους και τη μοντάρουν ώστε να περνά όσο πιο ανώδυνα γίνεται μέσα σ΄αυτήν την οδύνη. Να μην εκνευρίσουν τον άνδρα τους. Πιστεύουν πως αυτές ευθύνονται για όλα… Οποτε τη βία την περιμένουν κιόλας. Δεν είναι απλό σαν εξωτερικός παρατηρητής να δώσεις λύση. Γιατί έχουμε την τάση να δίνουμε λύσεις και να λέμε «Μα γιατί δε φεύγει». Ε αυτό είναι πολύ δύσκολο.

Γιατί τώρα στην περίοδο της καραντίνας αυξήθηκαν τόσο πολύ οι περιπτώσεις γυναικείας κακοποίησης και ενδοοικογενειακής βίας; Και ναι, στο Διαφάνι μπορεί να μην είχαν εναλλακτικές οι γυναίκες, σήμερα όμως;

Δε θεωρώ πως υπάρχουν πολλές διαφορές στη δομή των ανθρώπων. Υπάρχει διαφορά στην εξέλιξη, στη γνώση, στο αν κάποιος μπορεί να χτίσει τον εαυτό του και να τον θωρακίσει. Τώρα στην καραντίνα ήρθαμε όλοι αντιμέτωποι με τον καλό και τον κακό μας εαυτό. Είχαμε πολύ χρόνο μπροστά μας με ό,τι έχουμε στο σπίτι μας. Τη μάνα μας, τον άνδρα μας, τα παιδιά μας, τη γάτα μας, με ό,τι έχουμε. Με όποια συνθήκη καραντινιαστήκαμε, είχαμε μια ευκαιρία να δούμε αν είναι αυτή που μας ταιριάζει και μας ικανοποιεί. Αν ένα ζευγάρι συναντιέται λόγω δουλειάς μόνο δύο ώρες της μέρας, το περιστατικό μπορεί να μη βγαίνει στην επιφάνεια. Αν είσαι, όμως, όλη τη μέρα με τον άλλον μέσα στο σπίτι, τότε βγαίνει ο πυρήνας της σχέσης, η ουσία της. Δεν πιστεύω πως υπήρξε θέμα βίας κάπου που δεν είχε ξαναϋπάρξει.

Να πάθει κάποιος κρίση πανικού, στρες ναι, και εγώ στεναχωρήθηκα και αγχώθηκα. Όλοι περάσαμε ψυχολογικά σκαμπανεβάσματα στην καραντίνα. Αλλά δεν μπορείς να αρχίσεις να βαράς κάποιον αν δεν το έχεις ξανακάνει. Αυτά απλώς ήταν πιο έντονα γιατί δεν υπήρχε τώρα διέξοδος στον θύτη και το θύμα δεν είχε τρόπο να αμυνθεί. Είναι πολύ δυσάρεστο και δεν ξέρω πώς μπορεί κάποιος να το αντιμετωπίσει. Νομίζω πως μόνο η καλλιέργεια, η εκπαίδευση και η συνθήκη μιας αγκαλιάς βοηθούν. Να ξέρεις πως υπάρχει ο άλλος κάπου να ακουμπήσει, να μιλήσει, πως υπάρχουν οι ειδικοί. Να τον πάρουν από το χέρι, να τον βοηθήσουν να νιώσει ασφαλής. Σ΄αυτό πρέπει να συμβάλει η κοινότητα. Μέσα από την εμπειρια μου από τον ρόλο της Βασούλας που την πείθουν τελικά να υπογράψει και να την πάρει ο Προύσαλης στο σπίτι του, νομίζω πως αν μία κακοποιημένη γυναίκα νιώσει πως βρίσκεται σ΄ένα περιβάλλον που την αγαπουν, τότε αλλάζει τη ζωή της. Η ασφάλεια έχει τεράστια σημασία. Η βία, ωστόσο, δυστυχώς είναι κάτι που δεν τελειωνει, γιατί έχει να κάνει με το πώς θα περιορίσουμε τον πρωτόγονο εαυτό μας με την καλλιέργεια.

Η εμπειρία σας από τη σειρά ποια θα λέγατε πως είναι, τώρα που έχουν τελειώσει τα γυρίσματα;

Καταρχάς πρόκειται για μία εξαιρετική παραγωγή του Γιάννη Καραγιάννη. Ήμουν πολύ τυχερή γιατί έπαιξα σκηνές με εκπληκτικούς ηθοποιούς, δε θέλω κανέναν να ξεχωρίσω, αλλά θα πω για τον Γιώργο τον Σουξέ, την Αλίκη Αλεξανδράκη, τον Λεωνίδα Κακούρη, τη Μαρία Κίτσου που είχαμε δύο συγκλονιστικές σκηνές και ήταν τόσο γενναιόδωρη. Ξέρεις κάτι; Πας σε μια σειρά και πρέπει αυτόματα να ενταχθείς και να φαίνεται τόσο φυσικός, κάτι που οι άλλοι έχουν κατακτήσει και εδώ στη σειρά αυτή έγινε με τη μία. Ήταν από τη μία πολύ εύκολο να το κάνεις μ΄αυτούς τους ανθρώπους, από την άλλη για να ανταποκριθώ και να σταθώ στο ύψος τους, φορτίστηκα πολύ και βούτηξα κυριολεκτικά μέσα στο καθεστώς του ρόλου μου.

Είναι πολύ ωραία που η συγγραφική ομάδα καταπιάστηκε με το θέμα αυτό σε μία καθημερινή σειρά που τη βλέπει πάρα πολύς κόσμος. Και η τηλεόραση μπορεί να εκπαιδεύσει άμα θέλει, είναι μια καλή τηλεόραση και είναι πολύ ωραίο να λες κάποια πράγματα. Ακόμη και έναν άνθρωπο να βοηθήσεις, έχεις κάνει κάτι πολύτιμο. Γι΄αυτό και είμαι τόσο ευγνώμων που συμμετείχα στη σειρά αυτή.

Τον καιρό αυτό που στον πολιτισμό έγινε ένα γενικό Lockdown στραφήκαμε όλοι στην τηλεόραση και σε σειρές. Γιατί στην Ελλάδα οι σειρές μας – με εξαίρεση τις φετινές Άγριες Μέλισσες και το Κόκκινο Ποτάμι- δεν μπορούν να φτάσουν τις σειρές του εξωτερικού;

Είμαστε μια πολύ μικρή χώρα με πολύ λίγα χρήματα. Στις Άγριες Μέλισσες από ότι έχω καταλάβει, χωρίς να έχω γνώση του μπάτζετ, βγαίνει απίστευτος όγκος δουλειάς μέσα σε μία μέρα. Αυτά που γυρνούν σε μία μέρα το κάνουν στο εξωτερικό σε δύο εβδομάδες. Αυτό είναι κόστος. Δηλάδη θα κάναμε πρόβες με κάμερες, θα κάναμε μία σκηνή έτσι, αλλιώς, θα είχαμε έναν χώρο και δε θα τρέχαμε από λιβάδι σε λιβάδι. Είναι θέμα οικονομικό. Είμαστε μία πολύ μικρή αγορά. Είναι πολλά τα λεφτά που επενδύονται στο εξωτερικό. Αυτό βέβαια δεν είναι δικαιολογία για να γυρίζεται μία τελείως κακή σειρά. Και ναι, υπάρχουν και σκουπίδια. Πάντως στην Ελλάδα υπάρχουν δημιουργοί, σεναριογραφοι, σκηνοθέτες, ηθοποιοί. Το θέμα είναι πώς ένας παραγωγός μπορεί να βάλει το χέρι στην τσέπη και να μη χάσει τα λεφτά του. Γιατί πρέπει να έχεις και κοινό και διαφημιστική μερίδα.

Πώς νιώθετε πως στήριξε τους καλλιτέχνες η Πολιτεία αυτή τη δύσκολη περίοδο;

Δε θέλω να μπω σ΄αυτην την κουβέντα. Είμαι από αυτούς που διακόπηκε η παράσταση, πήρα το πρώτο επίδομα, θα πάρω και το δεύτερο μέρος, και είμαι και τυχερή που έκανα και αυτό το γκεστ στις Μέλισσες. Παράλληλα ολοκλήρωσα τα κείμενα που έφτιαχνα και κάτι ψιλοκάνω. Κοιτώ παρακάτω, δεν ξέρω τι θα κάνει η Πολιτεία, δε συντάσσομαι με καμία κυβέρνηση. Θεωρώ πως με κάποιον τρόπο προσπάθησαν να μας προστατεύσουν, τα καταφέραν στο θέμα της υγείας, το άλλο είναι πιο δύσκολο. Κρίνουμε και φωνάζουμε χωρίς να έχουμε ζήσει να πεθαίνει ο διπλανός μας. Μιλάμε εκ του ασφαλούς. Δεν μπορεί η συγκεκριμένη κυβέρνηση να λύσει όλα τα θέματα του κλάδου μας τα οποία εκκρεμούν πάρα πολλά χρόνια. Όσα χρόνια εργάζομαι, τα αιτήματα παραμένουν τα ίδια. Μακάρι να καταφέρει να τα λύσει. Από την άλλη, σε κάποια προκλητικά θέματα, κάποιες αναθέσεις, μπορεί να επέμβει και να τα λύσει. Θα ήθελα να είναι όλα διαφανή και να έχουν όλοι ίσες ευκαιρίες να δουλέψουν. Η λύση δεν είναι να μπούμε όλοι στην ανεργία και να μας πληρώνει το κράτος 3 χρόνια, η λύση είναι να εργαζόμαστε και να απορροφηθούμε. Αυτό δεν ξέρω πώς θα γίνει. Σαφώς περιμένω να στηριχτώ, αλλά ως υποχρέωση θεωρώ την ύπαρξη θέσεων εργασίας και την αξιοκρατία. Είναι ωραίο που γίνονται κάποιες πιο οργανωμένες δράσεις από καλλιτέχνες, όπως το Support Art Workers, και τίθενται κάποια σοβαρά θέματα που μακάρι να καταφέρουμε να ακουστεί η φωνή μας.