Υπάρχουν στιγμές που τα λόγια ενός δημόσιου προσώπου πληγώνουν περισσότερο από τη σιωπή.
Ο θάνατος του 20χρονου Θοδωρή στο Άργος είναι ήδη μια τραγωδία που θα απασχολήσει τη Δικαιοσύνη. Ένας νέος άνθρωπος έχασε τη ζωή του από αστυνομικά πυρά και οι συνθήκες διερευνώνται. Αυτό είναι το γεγονός.
Και μετά ήρθε η ανάρτηση του δημάρχου Άργους.
«Όταν γνωρίζεις ότι ένας νέος άνθρωπος αντιμετωπίζει τέτοια προβλήματα, πώς τον αφήνεις να κυκλοφορεί στους δρόμους της πόλης;»
Μία φράση που δεν προσβάλλει μόνο τη μητέρα του Θοδωρή. Προσβάλλει κάθε άνθρωπο στο φάσμα του αυτισμού, κάθε οικογένεια που δίνει καθημερινά έναν αγώνα για να μπορέσει το παιδί της να ζήσει αυτό που για όλους τους υπόλοιπους θεωρείται αυτονόητο: μια ζωή μέσα στην κοινωνία.
Γιατί αυτό που ουσιαστικά ακούστηκε είναι ότι οι άνθρωποι με αναπηρία ή νευροαναπτυξιακές διαφορές θα έπρεπε να μένουν κλεισμένοι στο σπίτι τους, ώστε να μην ενοχλούν τους υπόλοιπους.
Αυτό δεν είναι άποψη.
Είναι μια βαθιά αναχρονιστική αντίληψη που μας γυρίζει δεκαετίες πίσω.
Ο αυτισμός δεν είναι επικινδυνότητα. Δεν είναι έγκλημα. Δεν είναι λόγος αποκλεισμού από τη δημόσια ζωή.
Είναι μια διαφορετική νευροαναπτυξιακή κατάσταση, ένα φάσμα με τεράστια ποικιλομορφία. Υπάρχουν άνθρωποι που χρειάζονται διαρκή υποστήριξη και άλλοι που σπουδάζουν, εργάζονται, οδηγούν, δημιουργούν οικογένειες, διοικούν επιχειρήσεις ή διδάσκουν σε πανεπιστήμια.
Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να τους αφαιρεί την ιδιότητα του πολίτη.
Κι όμως, στην Ελλάδα του 2026 εξακολουθούν να υπάρχουν δημόσιοι λειτουργοί που αντιμετωπίζουν την αναπηρία ως κάτι που πρέπει να κρύβεται.
Το πιο οδυνηρό, όμως, είναι η μετατόπιση της ευθύνης.
Αντί η δημόσια συζήτηση να αφορά το πώς ένας 20χρονος κατέληξε νεκρός από σφαίρα στο κεφάλι, βρεθήκαμε να συζητάμε γιατί η μητέρα του τον άφησε να βγει από το σπίτι.
Αυτό έχει όνομα.
Λέγεται victim blaming.
Η ευθύνη μεταφέρεται από εκείνον που άσκησε τη βία σε εκείνον που τη δέχθηκε ή στην οικογένειά του.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρία χαρακτήρισε τις δηλώσεις αυτές «χυδαία πράξη victim blaming», υπογραμμίζοντας ότι επαναφέρουν ευγονικές αντιλήψεις σύμφωνα με τις οποίες τα άτομα με αναπηρία πρέπει να ζουν αποκλεισμένα για να μην «ενοχλούν» την κοινωνία.
Και υπάρχει ακόμη ένα ερώτημα που οφείλουμε να θέσουμε.
Αν στη θέση του Θοδωρή βρισκόταν ένας 20χρονος χωρίς αυτισμό, θα ακούγαμε την ίδια κουβέντα;
Θα αναρωτιόταν κανείς γιατί οι γονείς του τον άφησαν να κυκλοφορεί;
Ή μήπως η αναπηρία χρησιμοποιήθηκε ως εύκολο άλλοθι για να εξηγηθεί ένα γεγονός που δεν μπορεί να εξηγηθεί;
Η κοινωνία έχει κάνει μεγάλα βήματα τα τελευταία χρόνια.
Μιλάμε για συμπερίληψη, για ίσα δικαιώματα, για προσβασιμότητα, για ανεξάρτητη διαβίωση.
Όμως τέτοιες δηλώσεις αποδεικνύουν ότι οι υποδομές μπορεί να αλλάζουν, οι νοοτροπίες όμως όχι πάντα.
Οι οικογένειες των ανθρώπων στο φάσμα του αυτισμού δεν χρειάζονται υποδείξεις να κλείσουν τα παιδιά τους στο σπίτι.
Χρειάζονται δημόσιες δομές, υποστήριξη, υπηρεσίες ψυχικής υγείας, εκπαίδευση, αποδοχή και μια πολιτεία που θα στέκεται δίπλα τους αντί να τις δείχνει με το δάχτυλο όταν συμβεί μια τραγωδία.
Γιατί η αναπηρία δεν είναι το πρόβλημα.
Πρόβλημα είναι η άγνοια.
Και όταν η άγνοια εκφράζεται από ανθρώπους που κατέχουν δημόσιο αξίωμα, τότε παύει να είναι προσωπική άποψη. Γίνεται δημόσιο μήνυμα.
Και αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο απ’ όλα.
Διαβάστε επίσης
Σαλμονέλα: Όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε – Συμπτώματα, αίτια, αντιμετώπιση και μέτρα προστασίας





















Google News