Συγκαταλέγεται στις 100 καλύτερες ευρωπαϊκές ταινίες του 20ού αιώνα. Παρόλα αυτά στη χώρα της προκάλεσε οργή, αντιδράσεις, λιθοβολήθηκε όσο καμία. Δεν είναι άλλη από τον «Δράκο» του Νίκου Κούνδουρου.
Με αφορμή τα επτά χρόνια από τον θάνατο του σπουδαίου Έλληνα σκηνοθέτη αξίζει να θυμηθούμε τι ακριβώς συνέβη με την ταινία που αποθεώθηκε στο εξωτερικό, αλλά στην Ελλάδα ήταν μία παταγώδης εμπορική αποτυχία και στόχος επικρίσεων.
Ο «Δράκος» γυρίστηκε δύο χρόνια μετά τη «Μαγική πόλη», το 1956. Το σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη ακολουθεί την ιστορία ζωής ενός ασήμαντου τραπεζικού υπαλλήλου, του Θωμά (Ντίνος Ηλιόπουλος), που ετοιμάζεται να περάσει μόνος το βράδυ της Πρωτοχρονιάς όταν έντρομος ανακαλύπτει ότι είναι ολόιδιος με έναν κακοποιό, τον οποίο οι εφημερίδες αποκαλούν «δράκο».

Λόγω της παρεξήγησης η αστυνομία τον καταδιώκει και αυτός βρίσκει καταφύγιο σ’ ένα καμπαρέ της Τρούμπας. Εκεί τα μέλη μιας συμμορίας αρχαιοκαπήλων με αρχηγό τον «χοντρό» (Γιάννης Αργύρης) τον αντιμετωπίζουν ως τον γνήσιο «δράκο» και του προτείνουν να τους δώσει συμβουλές για μια κομπίνα που ετοιμάζουν. Τα πράγματα όμως θα γίνουν ακόμη πιο περίπλοκα όταν η νεαρή προστατευόμενη και αγαπημένη του «χοντρού» δείξει ενδιαφέρον και τρυφερότητα για τον αινιγματικό «δράκο».
Σκηνικό της ταινίας είναι ο Πειραιάς, γνώριμο σκηνικό του περιθωρίου, στο οποίο συνυπήρχαν φτωχοί και παράνομοι.
Η ταινία που επικρίθηκε όσο καμία
Όταν προβλήθηκε στις ελληνικές αίθουσες το 1956 πέραν της εμπορικής αποτυχίας, ήρθε αντιμέτωπη και με την επιθετικότητα μεγάλης μερίδας του Τύπου. Το γεγονός, ότι παρουσίαζε τον εκφυλισμένο κόσμο της νύχτας οδήγησε σε μία σειρά από αυστηρότατες κριτικές οι οποίες την παρουσίαζαν ως αισχρή, άθλια έως και ανθελληνική.
Στην «Εστία» ο Άδωνις Κύρου είχε γράψει για τη «γελοιότητα των λαθρεμπόρων, για τους χασικλήδες, τη διαπόμπευση του Ευαγγελίου και της αστυνομίας» και τελικά τη χαρακτήρισε «ελεεινό κατασκεύασμα».
«Αυτή η ταινία, απίθανος και τραβηγμένη απ’ τα μαλλιά, καθίσταται εντελώς γελοία, και δεν ηξεύρει κανείς τι πρώτον και τι ύστερον να οικτήρη εκεί μέσα. Τας μωράς γελοιότητας των λαθρεμπόρων; Τον οικτρόν και πανάθλιον χορόν των χασικλήδων; Την διαπόμπευσιν του ιερού Ευαγγελίου; Την οικτράν εμφάνισιν και κατασυκοφάντησιν της Αστυνομίας; Ή τους αθλιεστέρους και βρωμεροτέρους συνοικισμούς των Αθηνών και του Πειραιώς, όπου εγυρίσθη το ελεεινόν αυτό κατασκεύασμα;», ανέφερε απόσπασμα του άρθρου.
Και η Αυγή είχε καταφερθεί εναντίον της ταινίας χαρακτηρίζοντάς τη «αίσχος για τη χώρα και ότι προέβαλε τον σαλταδορισμό», ενώ και το Έθνος είχε κάνει λόγο για «αρρωστημένη φαντασία» του Κούνδουρου.
Ωστόσο, υπήρξαν και αυτοί που εξήραν την ταινία, όπως ο Μάριος Πλωρίτης, ο οποίος σε άρθρο του στην εφημερίδα «Ελευθερία» είχε κάνει λόγο για μία ταινία που οδήγησε τον ελληνικό κινηματογράφο «από τον παιδισμό στην ωριμότητα»
Και ο Φρανσουά Τρυφώ χαρακτήρισε τον «Δράκο» ως «συναρπαστικό φιλμ με ποιητική έμπνευση, ενώ και γενικότερα από πολλούς κριτικούς του Φεστιβάλ της Βενετίας όπου προβλήθηκε για πρώτη φορά. Δεν ήταν, όμως, αρκετές αυτές οι φωνές για να καλύψουν τον ορυμαγδό της έντασης εντός των τειχών.
Το γεγονός, ότι απουσίαζε οποιαδήποτε προσπάθεια ηθικολογίας από τον Κούνδουρο θεωρήθηκε πως υποστηρίζει αυτήν την πλευρά του κόσμου. Πολλοί ήταν εκείνοι που υποστήριξαν, ότι ο ανθρωπάκος αναφέρόταν στην ανθρώπινη ματαιοδοξία. Ωστόσο η λογοκρισία ήταν εκείνη που έκανε τον Κούνδουρο και τον Καμπανέλλη να στήσουν «μια ταινία με αλλεπάλληλους κώδικες, τους ίδιους που έχουν και οι φυλακισμένοι, με ένα, δύο, τρία χτυπήματα», όπως είχε αναφέρει ο ίδιος ο σκηνοθέτης σε παλαιότερες δηλώσεις του.
Ο Ντίνος Ηλιόπουλος σε έναν κόντρα ρόλο
Μεγάλος πρωταγωνιστής ο Ντίνος Ηλιόπουλος. Ο ρόλος του ανθρωπάκου αποκάλυψε την υποκριτική του δεινότητα στον μέγιστο βαθμό, καθώς ήταν κόντρα σε αυτό που όλοι είχαμε συνηθίσει. Ο Έλληνας «Φρεντ Αστέρ» ενσάρκωνε έναν σκοτεινό τύπο. Ένας ρόλος που και ο ίδιος ο Ηλιόπουλος έλεγε πως δεν ένιωθε άνετα.
«Φοβόμουν ότι δεν θα μπορούσα να ισορροπήσω στον ρόλο του σχοινοβάτη. Ο,τι πέτυχα έγινε χάρη στη διαφώτιση και τις προσεκτικές οδηγίες του Κούνδουρου που μου έδωσε να καταλάβω τι ακριβώς ήθελε. Αλλά όχι, δεν ήταν αυτός ο κορυφαίος ρόλος της καριέρας μου» είχε πει ο σπουδαίος ηθοποιός.
Η αναγνώριση δέκα χρόνια μετά
Η αριστουργηματική φύση της ταινίας αναγνωρίστηκε μία δεκαετία μετά την προβολή της.
Θεωρείται μία καλύτερες στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου που συνδυάζει στοιχεία από τον ιταλικό νεορεαλισμό, τον γερμανικό εξπρεσιονισμό αλλά και το φιλμ νουάρ. Χαρακτηριστική είναι η άποψη του Βασίλη Ραφαηλίδη, ο οποίος έγραψε ότι με αυτή την ταινία ο ελληνικός κινηματογράφος πέρασε από την Προϊστορία στην Ιστορία.
Μάλιστα, η πρόεδρος της Ταινιοθήκης της Ελλάδος, Μαρία Κομνηνού αναφέρει: «Μετά την πρώτη νεορεαλιστική ταινία Μαγική Πόλη (1954), ο Κούνδουρος με τον Δράκο φέρνει στην Ελλάδα τον «κινηματογράφο του δημιουργών», ο οποίος, όπως σημειώνει η Αγλαΐα Μητροπούλου, αφορά την ικανότητα σκηνοθετών «να λειτουργήσουν έξω από τη λογική της εμπορικής παραγωγής και αφετέρου στη διαμόρφωση της δικής τους προσωπικής έκφρασης». Ο Κούνδουρος ανατρέπει τα στερεότυπα του φιλμ νουάρ βάζοντας στον πρωταγωνιστικό ρόλο αντί για ένα σκληρό άντρα ένα κακομοίρη με φανερή σεξουαλική απειρία ( Ντίνος Ηλιόπουλος) και αντί για μια φαμ φατάλ μία έφηβη που κλαίει όταν ο προστάτης της δεν την αφήνει να χαζέψει τις κούκλες. Στην ταινία οι κλασικοί κανόνες του είδους ανατρέπονται και στην αναπαράσταση της σύγκρουσης νομιμότητας/παρανομίας. Δηλαδή, ενώ στην περίπτωση των κλασσικών ταινιών του είδους οι θεατές καλούνται να ταυτιστούν με τις δυνάμεις του «νόμου» και της «τάξης», στην περίπτωση του «Δράκου» καλούνται να ταυτιστούν με τους παράνομους. Ο Κούνδουρος με το σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη συγκροτεί μια αφήγηση για ένα άπραγο υπαλληλάκο που υποδύεται τον μεγαλοκακοποιό, και επιτυγχάνει να συναρθρώσει την παράδοση του ρεμπέτικου με την παρανομία, αρθρώνοντας μια κριτική θέση στη μετεμφυλιακή καταπιεστική συναίνεση και ανιχνεύοντας μία αντιθετική δημόσια σφαίρα».
Στις κορυφαίες στιγμές της ταινίας το original score του Μάνου Χατζιδάκι, ο οποίος διασκεύασε με ξεχωριστό τρόπο τη γνωστή «Νεραντζούλα φουντωτή». Στην χαρακτηριστική σκηνή η ορχήστρα του μαγαζιού παίζει για τους Αμερικανούς θαμώνες ένα “ελληνικό γούγκι μπούγκι”, το παραδοσιακό τραγούδι, που μόλις και μετά βίας αναγνωρίζεται και τελικά καταλήγει σε ένα υποβλητικό, βαρύ ζεϊμπέκικο από τη συμμορία.
Διαβάστε επίσης:
Βρετανία: Πώς οι εργοδότες θα προτατεύουν τις υπαλλήλους σε εμμηνόπαυση – Αλλιώς θα μηνύονται
Θρίλερ στα Εξάρχεια:Γυναίκα βρέθηκε νεκρή – Τι είπε ο άντρας της





















Google News