Βασισμένη σε μία πραγματική ιστορία, η νέα ταινία του Martin Scorsese, «Οι δολοφόνοι του ανθισμένου φεγγαριού» διηγείται τη μεγάλη αμερικανική τραγωδία μέσα από μία απρόσμενη ερωτική ιστορία, όπου η αληθινή αγάπη διασταυρώνεται με την προδοσία στη χειρότερη μορφή της.
Στο επικό γουέστερν, που κάνει πρεμιέρα στους κινηματογράφους την Πέμπτη 19 Οκτωβρίου από τη Feelgood, το ποτισμένο με το αίμα της σφαγής των αυτόχθονων Αμερικάνων, πρωταγωνιστεί ο Leonardo DiCaprio δίπλα στην αφοπλιστική Lily Gladstone, ενώ ο Robert De Niro συνεργάζεται για δέκατη φορά με τον εμβληματικό δημιουργό. Ο Scorsese συνυπογράφει το σενάριο με τον Eric Roth, που βασίστηκε στο αποκαλυπτικό best-seller μυθιστόρημα του David Grann.
Σύνοψη
Στην Αμερική των αρχών του 20ου αιώνα, το πετρέλαιο αποφέρει αμύθητα πλούτη στη φυλή των Όσεϊτζ, που γίνονται από τους πιο πλούσιους ανθρώπους στον κόσμο μέσα σε μία στιγμή. Ο αμύθητος πλούτος των αυτόχθονων Αμερικανών προσελκύει παρείσακτους λευκούς που χειραγωγούν, εκβιάζουν και κλέβουν τις περιουσίες των Όσεϊτζ για να καταλήξουν σε δολοφονίες.
Διάρκεια: 206’
Σχετικά με την παραγωγή
Ένας καταξιωμένος συγγραφέας και ρεπόρτερ, δημοσιογράφος για το περιοδικό New Yorker, ο David Grann ερευνά σε βάθος και ρίχνει φως σε ξεχασμένες ιστορίες. Το πρώτο του βιβλίο το 2009, “The Lost City of Z: A Tale of Deadly Obsession in the Amazon”, για τον εξαφανισμένο Βρετανό εξερευνητή Percy Fawcett, έγινε best-seller και μεταφέρθηκε το 2016 στη μεγάλη οθόνη από τον σκηνοθέτη James Gray. Ο Grann έχει γράψει επίσης χρονικά για τη συμμορία Aryan Brotherhood, τον εγκληματία πολιτικό James Traficant, τον γοητευτικό ληστή τραπεζών Forrest Tucker και ένα θρυλικό τεράστιο καλαμάρι (καθώς και για τον επίμονο κυνηγό του).

Το αριστούργημα του Grann του 2017, «Οι Δολοφόνοι του Ανθισμένου Φεγγαριού», είναι μία περίπτωση σπάνια: μία αμερικάνικη ιστορία εγκλήματος και ρατσισμού που στρέφεται όχι μόνο στο παρελθόν ενός έθνους αλλά και στο μέλλον του. Τοποθετημένο κυρίως στη δεκαετία του 1910, είναι ένα χρονικό αρπαγής γης και της αυγής μιας υπηρεσίας επιβολής του νόμου με όλα της τα εγγενή προβλήματα.
Στην καρδιά του βιβλίου του Grann είναι η φυλή των ινδιάνων Όσεϊτζ που άφησε τα πάτρια εδάφη και οδηγήθηκε προς τα δυτικά, στο Οχάιο και τις πεδιάδες του Μισισιπή, για να τοποθετηθεί από την αμερικανική κυβέρνηση στο λεγόμενο ινδιάνικο πεδίο στην Οκλαχόμα.
Μετά την ανακάλυψη πετρελαίου στη χώρα των Όσεϊτζ το 1894, η φυλή απέκτησε αμύθητα πλούτη. Αχόρταγοι κερδοσκόποι συγκεντρώθηκαν στην περιοχή και έτσι ξεκίνησε η εκμετάλλευση με την ευλογία της αμερικανικής κυβέρνησης, καθώς οι περιουσίες των αυτόχθονων ήταν αντικείμενο διαχείρισης λευκών επιτρόπων που ξάφριζαν εκατομμύρια.
Ακόμα χειρότερα, κατά την περίοδο της Βασιλείας του Τρόμου στις αρχές της δεκαετίας του 1920, δεκάδες μέλη της φυλής Όσεϊτζ δολοφονήθηκαν μυστηριωδώς, ώστε οι περιουσίες τους να μετακυλήσουν σε παρείσακτους που παντρεύονταν μέλη της φυλής για να έχουν πρόσβαση. Το 1923, το FBI άρχισε μία έρευνα γύρω από τους φόνους, η οποία ήταν η πρώτη υπόθεση ανθρωποκτονιών της υπηρεσίας. Αλλά η ζημιά είχε ήδη γίνει.
«Ήταν σίγουρα μία αποκάλυψη» λέει ο ηθοποιός Leonardo DiCaprio για το βιβλίο του Grann, επισημαίνοντας το πόσο κοντά ήταν χρονολογικά τα γεγονότα με τη Σφαγή της Τάλσα, μιας ακόμα αποτρόπαιης από τις λεγόμενες φυλετικές ταραχές που έλαβε χώρα το 1921, σε μικρή μόλις απόσταση. «Ενώ η Σφαγή της Τάλσα κατέστρεψε μία ολόκληρη κοινότητα Αφροαμερικανών, αυτή η ιστορία είναι πιο μακιαβελική και κράτησε πολλά χρόνια. Επιπτώσεις της βιώνουμε ακόμα και σήμερα».
Έχοντας εξασφαλίσει τα δικαιώματα του χειρόγραφου του Grann πριν ακόμα κυκλοφορήσει το 2016, η ομάδα του DiCaprio μοιράστηκε το υλικό με τον σκηνοθέτη Martin Scorsese για μία πιθανή συνεργασία μετά τους θριάμβους των ταινιών «Οι Συμμορίες της Νέας Υόρκης» (Gangs of New York), «Ο Πληροφοριοδότης» (The Departed) και «Ο Λύκος της Wall Street» (The Wolf of Wall Street). «Όταν διάβασα το βιβλίο του David Grann, αμέσως άρχισα να το βλέπω -τους ανθρώπους, το σκηνικό, τη δράση- και ήξερα ότι έπρεπε να κάνω αυτή την ταινία» λέει ο Scorsese. «Και ήμουν ενθουσιασμένος που ένωσα ξανά τις δυνάμεις μου με τον Leo για να μεταφέρουμε αυτή την ιστορία στη μεγάλη οθόνη».

Αλλά ο Scorsese σε εκείνη τη φάση μόνταρε το πνευματικό έπος του «Σιωπή» (Silence), ενώ παράλληλα δούλευε για την τεράστια παραγωγή του «Ο Ιρλανδός» (The Irishman). Δεν μπόρεσε να καθίσει με τον σεναριογράφο Eric Roth μέχρι τον Ιανουάριο του 2017, οπότε και ξεκίνησαν την πραγματική δουλειά πάνω στην ταινία.
Ο σκηνοθέτης θυμάται πόσο συναρπαστικός του είχε φανεί ο τίτλος του Grann και η πιθανότητα να κάνει το δικό του γουέστερν. Ο Scorsese έχει εκφράσει την αγάπη του για το είδος, που αγαπά από παιδί. «Πάντα ήθελα να κάνω ένα γουέστερν, αλλά δεν είχε τύχει» λέει ο σκηνοθέτης. «Μου αρέσουν πολλά γουέστερν από παιδί, όπως οι ταινίες του Roy Rogers, που βασικά είχαν γίνει για παιδιά, αλλά και οι πιο σύνθετες ταινίες που ήρθαν αργότερα στα 40s και τα 50s. Με προσέλκυαν οι εικόνες γύρω από τους παραδοσιακούς μύθους του γουέστερν, τους μύθους της κουλτούρας, περισσότερο από τα ψυχολογικά γουέστερν. Αλλά ο σκοπός του να ξέρεις την ιστορία του κινηματογράφου δεν είναι για να επαναλαμβάνεις ή να διαιωνίζεις, αλλά για να εμπνέεσαι και να εξελίσσεσαι. Αυτές οι ταινίες με τροφοδότησαν ως δημιουργό, αλλά επίσης με ενέπνευσαν να εμβαθύνω στην πραγματική ιστορία».
Αδικία στην ενδοχώρα
Η ταινία, που βασίζεται σε ένα αποτρόπαιο επεισόδιο της αμερικανικής ιστορίας, δεν θα ταίριαζε σε ένα παραδοσιακό καλούπι. Η διασκευή του βιβλίου από τον Scorsese και τον Roth ξεκίνησε με έναν διαφορετικό ήρωα: τον Thomas Bruce White Sr., τον ηρωικό Texas Ranger, πράκτορα του FBI, γνωστό για την επίλυση των δολοφονιών με θύματα τους ιθαγενείς της φυλής Όσεϊτζ.
«Ήθελα να το εξετάσω» θυμάται ο Scorsese, «για να ξεκινήσουμε με τον Eric και να δούμε τι είδους ιστορία θα μπορούσαμε να κάνουμε. Αλλά αυτό σήμαινε ότι, από το 2017 μέχρι το 2020, ενώ ακόμα κάναμε γυρίσματα για την ταινία «Ο Ιρλανδός», ψάξαμε κάθε πτυχή αυτής της ιστορίας από την πλευρά του FBI και του χαρακτήρα του Tom White, συμπεριλαμβανομένων μερικών πτυχών της ιστορίας των Texas Rangers. Όλα συνδέονταν με τον Tom White. Προσεγγίσαμε την ιστορία από κάθε δυνατή γωνία, με τον Tom White ως τον βασικό χαρακτήρα».
Τα εύσημα, λοιπόν, πρέπει να δοθούν στον Scorsese, τον Roth και τον DiCaprio που συνειδητοποίησαν τελικά ότι χρειαζόταν μία μεταστροφή. «Γιατί να κάνουμε μία ταινία για τον Tom White ενώ το θέμα ήταν οι Όσεϊτζ;» θυμάται να αναρωτιέται ο σκηνοθέτης. «Σε τελική ανάλυση, αυτό που έχεις είναι: Κατεβαίνει από το τρένο, βλέπουμε τις μπότες του, ανεβάζουμε την κάμερα, στέκεται με το καπέλο του. Περπατάει στην πόλη και δεν βγάζει λέξη. Αυτό το έχουμε ξαναδεί».
Ο Scorsese ανησύχησε ότι ο ρόλος του White θα περιόριζε τον DiCaprio. Σε μία πρώιμη ανεπίσημη ανάγνωση του σεναρίου -με τις φωνές των Roth, DiCaprio, της κόρης του Scorsese, και μερικών άλλων εύκαιρων ανθρώπων- το ένστικτο του σκηνοθέτη ξεκαθάρισε την ανάγκη για μία αλλαγή.
«Δεν θέλω να κακολογήσω τις αστυνομικές πλοκές για την επίλυση φόνων» λέει ο σκηνοθέτης, «αλλά μετά από αυτή την ανάγνωση, μία εβδομάδα αργότερα, ο Leo ήρθε και με ρώτησε ποια είναι η καρδιά αυτού του πράγματος».
Ο DiCaprio θυμάται το εμπόδιο με παρόμοιο τρόπο. «Πήρε χρόνο για να τελειοποιηθεί», λέει, «για τον Eric, τον Marty κι εμένα για να κερδίσουμε την οπτική των Όσεϊτζ και να μην κάνουμε την ταινία γύρω από μία έρευνα του FBI. Μπορεί να διαβάσετε το βιβλίο και να δείτε ότι λειτουργεί πολύ ωραία, αλλά κινδυνεύαμε να αφηγηθούμε μία ακόμα ιστορία για τον λευκό σωτήρα, με έναν πράκτορα του FBI που έρχεται και τους σώζει. Θα μπορούσε πράγματι να πάει προς τα εκεί. Ο David Grann ήταν ευθύς και μας είπε ότι αν κάνουμε μία ταινία για το ζήτημα, πρέπει να καταλάβουμε τον ρόλο των Όσεϊτζ σε όλο αυτό».
Το έργο χρειάστηκε χρόνια, καθώς οι επικεφαλής είχαν άλλες υποχρεώσεις: ο DiCaprio πρωταγωνίστησε στην ταινία «Κάποτε στο… Χόλιγουντ» (Once Upon a Time in Hollywood) του Quentin Tarantino, ο Roth βυθίστηκε στον επικό κόσμο της ταινίας «Dune» του Denis Villeneuve και ο Scorsese ολοκλήρωνε την ταινία «Ο Ιρλανδός» (The Irishman).
Αλλά η λύση τελικά ήρθε μόνη της. Εμφανίστηκε από τα ακροαματικά της δίκης και τη διήγηση του Grann για τη δίκη, τα οποία διαμορφώθηκαν δραματουργικά από τον Roth. Στο εδώλιο ήταν ο Ernest Burkhart, ένας αναξιόπιστος βετεράνος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου που βρήκε δουλειά στις πετρελαιοπηγές στην Οκλαχόμα. Ο Burkhart έδινε κατάθεση για τη συμμετοχή του σε μία εγκληματική συνωμοσία του θείου του: μία πλεκτάνη που τον οδήγησε να παντρευτεί την κόρη μιας εύπορης οικογένειας Όσεϊτζ, που τον έκανε συνεργό στους φόνους των αδελφών της συζύγου του, του γαμπρού του, του ξαδέλφου και ακόμα και της μητέρας της, πάντα με σκοπό να κληρονομήσει την περιουσία. Η Mollie, η σύζυγος του, ήταν η επόμενη.
«Αυτή ήταν μία έντονη στιγμή για εμάς» θυμάται ο DiCaprio, «τόσο σύνθετη, τόσο σκοτεινή, τόσο συναρπαστική από την πλευρά του χαρακτήρα -πώς αυτοί οι άνθρωποι παρέμειναν μαζί μετά τη δίκη του. Αλλά αυτό που κάνει ο Marty τόσο καλά είναι να δίνει ανθρωπιά σε διχασμένους χαρακτήρες. Αυτό έπρεπε να είναι το επίκεντρο της ταινίας, όχι η εξωτερική ματιά ενός ντετέκτιβ που θέλει να λύσει το μυστήριο».
Για τον Scorsese, η τοποθέτηση του δράματος ως μια ιστορία προσωπικής προδοσίας ήταν η πρόσβαση που χρειαζόταν για να κάνει την ιστορία της ταινίας δική του. «Ο Ernest και η Mollie ήταν τα κλειδιά» λέει. «Όλα βασίζονται στην εμπιστοσύνη και την αγάπη και βλέπουμε ότι υπήρχε προδοσία. Ποιο ήταν το κίνητρο; Η απληστία για περισσότερη γη και περισσότερα χρήματα. Με προσελκύει αυτό το ζήτημα για κάποιο λόγο. Ίσως έχει κάνει με τις ρίζες της κουλτούρας μου, από όπου προέρχομαι».
Ο Scorsese βρήκε στοιχεία στα πρακτικά της δίκης. «Έχουμε το μεταγραμμένο κείμενο της μαρτυρίας του Ernest που καταθέτει», λέει ο σκηνοθέτης, «λέει το όνομά του, τη δουλειά του, λέει ότι στοιχημάτιζε. Ξέρω τέτοιους ανθρώπους. Ένας νέος που του αρέσει να ντύνεται ωραία. Κάπου κάπου, κλέβει, τσιλιμπουρδίζει με άλλες γυναίκες. Μπορείς να χτίσεις έναν τέτοιο χαρακτήρα, έναν αδύναμο χαρακτήρα. Δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ή δεν θέλει να αντιμετωπίσει τον θείο του ή τους γύρω του». Σε ό,τι αφορά το σενάριο, οι ιδέες έπεφταν βροχή. Ο Scorsese συνειδητοποίησε ότι «είχαμε κάτι σοβαρό. Είχαμε δρομολογηθεί, γιατί στο επίκεντρο ήταν ο Ernest και η Mollie. Το ποιος είναι ο Ernest το δημιουργήσαμε βασισμένοι σε αυτά που μας είπαν όσοι τον ήξεραν».
Οι δολοφόνοι
Με την πρόκληση και το κίνητρο του ρόλου του Ernest Burkhart, ο DiCaprio αφοσιώθηκε να βρει το πάτημα του για τον χαρακτήρα. «Αφομοιώθηκε στην κουλτούρα των Όσεϊτζ και έγινε ένας χαμαιλέοντας» λέει ο ηθοποιός για τον Burkhart. «Συναντηθήκαμε με πολλά μέλη της κοινότητας των Όσεϊτζ και ήταν πολύ βοηθητικοί».
Όπου ήταν δυνατό, ο DiCaprio αναζήτησε μαρτυρίες από πρώτο χέρι, μερικές φορές από απογόνους και συγγενείς του χαρακτήρα του. Ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, βρέθηκε να προσεγγίζει έναν από τους πιο περίπλοκους και αντικρουόμενους ρόλους της καριέρας του. Ο Burkhart φτάνει στην Οκλαχόμα με τα τραύματα του πολέμου, ανίκανος να κάνει κάποια βαριά εργασία, κάπως σαν κορόιδο και αφελές δόλωμα που ρίχνει ο θείος του στη Mollie. Ακόμα και αφού γίνει συνένοχος στη συνομωσία, νιώθει ότι η αγάπη του είναι γνήσια.
«Ο Leo κι εγώ ενθουσιαστήκαμε με τη δημιουργία του Ernest ως χαρακτήρα» λέει ο Scorsese, «και συγχρόνως, μαζί με την [casting director] Ellen Lewis είδαμε όσες περισσότερες ηθοποιούς μπορούσαμε για τη Mollie».
Γρήγορα, τόσο ο DiCaprio όσο και ο Scorsese κατέληξαν στην ιθαγενή ηθοποιό Lily Gladstone, που μόλις είχε ξεχωρίσει για την ερμηνεία της ως Jamie στην ταινία «Κάποιες Γυναίκες» (Certain Women).
«Κάναμε μία συνάντηση στο Zoom μαζί της και αμέσως ο Marty ένιωσε ότι ήταν η κατάλληλη» θυμάται ο DiCaprio. «Δεν έχει μόνο απίστευτη χάρη, αλλά ούσα Ινδιάνα η ίδια, θα έδινε πολλή από τη δική της οπτική στην ταινία. Είναι πολύ σπάνιο για τον Marty να μην κάνει επιπλέον συναντήσεις ή ακόμα και οντισιόν. Απλώς βρήκε αυτό που έψαχνε σε εκείνη, στα μάτια της, στην ψυχή της και φυσικά σε προηγούμενους ρόλους».
Η Gladstone θυμάται τις αρχικές συναντήσεις ως μία συνεργασία γεμάτη σεβασμό που εξελίχθηκε με τον καιρό. «Καιρό πριν κάνουμε το γύρισμα, η αρχική μου ανησυχία ήταν ότι η Mollie θα ήταν ένας τριτογενής χαρακτήρας» θυμάται η ηθοποιός. «Κι αυτό με πλήγωνε γιατί δεν μπορείς να διηγηθείς αυτή την ιστορία χωρίς να αναλύσεις τη φυλή των Όσεϊτζ και το πώς τους εκμεταλλεύτηκαν. Όμως, τόσο ο Marty όσο και ο Leo δεν ενδιαφέρονταν να πουν αυτή την ιστορία. Ευτυχώς, ο Leo επιθυμούσε να υποδυθεί τη διττότητα αυτού του χαρακτήρα. Και ο Marty ενδιαφέρεται πολύ για αυτό. Σου συμβαίνει όταν ανατρέφεσαι ως καθολικός, πιστέψτε με. Όλη η έννοια του καλού και του κακού βρίσκεται μέσα σου».
Η ηθοποιός ταυτίζεται με τον καθολικισμό καθώς είναι ένα κλειδί για να κατανοήσει τη Mollie, που ήταν πιστή. Ήταν επίσης ένα θέμα που συζητήθηκε πολύ από την αρχή με τον Scorsese. Όλως περιέργως, η πρώτη επαφή της Gladstone με το έργο του σκηνοθέτη ήταν η ταινία «Kundun» του 1997. «Μπορείς να βρεις πολλούς παραλληλισμούς ανάμεσα στους ινδιάνους και τους εκτοπισμένους θιβετιανούς» λέει η ηθοποιός.
Ο DiCaprio θυμάται ότι η Gladstone ενδιαφέρθηκε πολύ για τις εσωτερικές συγκρούσεις της Mollie, ειδικά για την αυτοκαταστροφική τάση του χαρακτήρα, ακόμα και όταν φλερτάρει με τον Ernest. «Έδωσε πολύ βάθος στη Mollie, που δεν ήταν εκεί πριν» λέει. «Είναι επιφυλακτική απέναντι στον Ernest και αναφέρει την ιδέα του κογιότ, του απατεώνα. Με προκαλούσε και έλεγε ότι «το κογιότ θέλει λεφτά». Ήταν μία απίστευτα ανοιχτή και θαρραλέα σύντροφος. Και παρόλο που δεν είναι Όσεϊτζ, η Lily βυθίστηκε στην κουλτούρα τους. Ήταν για εμάς ένας φάρος στην αφήγηση. Ήταν μία μούσα και για τους δυο μας, για τον Marty και για εμένα, στη δημιουργία αυτής της ταινίας».
«Είχε ενδιαφέρον να δούμε την επίδραση της παρουσίας της και των σιωπηλών αντιδράσεών της στον Leo και στην εξέλιξη του χαρακτήρα του: με βοήθησε πολύ να καθορίσω τη σχέση μεταξύ της Mollie και του Ernest» λέει ο Scorsese. «Κατά τη γνώμη μου, η εξερεύνηση του συναισθηματικού πεδίου με τη Lily και τον Leo ήταν μία διαφωτιστική εμπειρία και μία εμπειρία που με πλούτισε. Οι σιωπές της, ως Mollie, ήταν συχνά πιο δυνατές από τα λόγια της -αυτά που δεν έλεγε, που κρατούσε, μιλούσαν πιο εύγλωττα από τα λόγια της».
Μιλώντας για μακροχρόνιες συνεργασίες, η ταινία σηματοδοτεί τη δέκατη συνεργασία του Scorsese με τον Robert De Niro, όπου υποδύεται τον κτηνοτρόφο θείο του Ernest, τον William “King” Hale, επικεφαλής σχεδιαστή της Βασιλείας του Τρόμου. Παρόλο που τελικά καταδικάστηκε για φόνο, ο Hale είναι ένα βουνό από αντιφάσεις: ένας αισχροκερδής τύπος που εκφόβιζε, αλλά και κάποιος που πίστευε ότι ήταν φίλος των Όσεϊτζ, «της πιο όμορφης φυλής στον κόσμο», όπως τους αποκαλούσε.
«Είναι πολύ περίπλοκο» λέει ο Scorsese. «Είναι σαν προφήτης. Πιστεύει ότι έχει έρθει η ώρα τους: «Θα τους βοηθήσω. Θα τους διευκολύνω να μπουν στους τάφους τους. Οι πολιτισμοί έρχονται και φεύγουν.» Αλλά το θέμα είναι ότι του άρεσαν πραγματικά. Επίσης, από όσο ξέρω, στην κηδεία του Bill Hale στα ’60s, είχαν παρευρεθεί Όσεϊτζ. Δεν είναι απλώς μία ιστορία για καλούς και κακούς».
Ο DiCaprio, που ξαναβρέθηκε με τον De Niro 30 χρόνια μετά την ταινία «Αγεφύρωτες Σχέσεις» (This Boy’s Life), ένιωσε ταπεινότητα. «Η πρώτη ταινία που έκανα, που ξεκίνησε την καριέρα μου, ήταν χάρη στον De Niro. Με επέλεξε για τον ρόλο και, από ειρωνεία της τύχης, ήταν ένας κακοποιητικός πατριός, όχι πολύ διαφορετικός από τον Hale. Και να ‘μαι ξανά να συνεργάζομαι με τον Bob σε μία ταινία που είναι, παραδόξως, η εξέλιξη αυτής της δυναμικής. Θα πρέπει να είχαμε κάνει δέκα συναντήσεις για να δούμε πώς καταλήγει αυτή η σχέση».
Παρόλο που ο ρόλος του πράκτορα του FBI, του Tom White, είχε αλλάξει, ο χαρακτήρας έδωσε στον υποψήφιο για Όσκαρ Jesse Plemons μία ευκαιρία να λάμψει. Ο White είναι ικανοποιημένος στο να ακούει και να κρατάει σημειώσεις, ενώ το θήραμά του πέφτει στην παγίδα που έχει στήσει το ίδιο.
Ο Plemons εξηγεί, «Η πρόκληση ήταν να αποδεχτώ: Εντάξει, έχουμε αυτό το γελοίο σύμβολο της ηθικής και της δικαιοσύνης που υποδύομαι και προσπαθώ να τον κάνω ανθρώπινο». Λέει ότι οι σκηνές του με τον De Niro ήταν απολαυστικές. «Απόλαυσα να συνεργάζομαι με κάποιον σαν αυτόν. Υπήρχαν αδιόρατες αλλαγές κάθε φορά και έτσι μου αρέσει να δουλεύω. Συμβαίνουν πολλά κάτω από την επιφάνεια τα οποία δεν λέγονται».
Ακόμα και οι μικρότεροι ρόλοι πήγαν σε πρωτοκλασάτους ηθοποιούς. Ο John Lithgow και ο πρόσφατα βραβευμένος με Όσκαρ Brendan Fraser υποδύονται δύο αντίπαλους δικηγόρους στην τελευταία πράξη. «Οι σκηνοθέτες είναι απολύτως αφοσιωμένοι στο έργο τους και ο Scorsese είναι η επιτομή αυτού» λέει ο Lithgow. «Έχω συνεργαστεί με αρκετούς από αυτούς τους σκηνοθέτες. Θα έκανα τα πάντα για εκείνους» λέει ο Fraser. «Όταν δουλεύεις με τον Scorsese, τους κάνει όλους να νιώθουν σημαντικοί». Όσο εντυπωσιακό κι αν ήταν το cast, είχε έρθει η ώρα, πριν γυριστεί έστω και ένα καρέ, να δοθεί κυρίαρχη θέση στους Όσεϊτζ, μπροστά και πίσω από την κάμερα.
Συντελεστές ταινίας
Σκηνοθεσία: Martin Scorsese
Σενάριο (βασισμένο στο βιβλίο του David Grann): Eric Roth, Martin Scorsese
Παίζουν: Leonardo DiCaprio, Robert De Niro, Lily Gladstone
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Rodrigo Prieto
Σκηνογραφία: Jack Fisk
Κοστούμια: Jacqueline West
Μοντάζ: Thelma Schoonmaker
Μουσική: Robbie Robertson
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ
Διαβάστε επίσης
Μελίνα Μερκούρη: «Από τη ζωή μέχρι τον θάνατο, ένα τσιγάρο δρόμος»
Ο «Αμπιγιέρ» με τους Μιχαηλίδη – Σκιαδαρέση επιστρέφει για δεύτερη χρονιά στο θέατρο «Τζένη Καρέζη»
Η Έλενα Αγαθοκλέους στο Infowoman.gr: “Όταν η Τέχνη σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα, δεν έχει όρια”





















Google News