Το «τέλειο μιούζικαλ», η Ωραία μου κυρία των Άλαν Τζέυ Λέρνερ και Φρέντερικ Λόου, ένα από τα πιο επιτυχημένα και δημοφιλή μιούζικαλ στην ιστορία του Μπρόντγουεϊ, παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα στην ολοκληρωμένη μουσική μορφή του από την Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος.



Η ρομαντική ιστορία του Χένρυ Χίγκινς, του διακεκριμένου καθηγητή φωνολογίας στο Λονδίνο των αρχών του 20ού αιώνα, ο οποίος προσπαθεί να μεταμορφώσει μια πλανόδια λουλουδού με βαριά, ακατάληπτη προφορά σε κυρία της υψηλής κοινωνίας, μεταφέρεται σε ένα ατμοσφαιρικό καμπαρέ βγαλμένο μέσα από τους πίνακες του Τουλούζ-Λωτρέκ, τα βαριετέ των ταινιών του Φελλίνι και τα σκοτεινά καμπαρέ του Μπομπ Φόσσι.

Βασισμένο στο θεατρικό έργο του Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω Πυγμαλίων, σε κείμενο, στίχους και μουσική του «τρομερού διδύμου του μιούζικαλ» Λέρνερ και Λόου, το θρυλικό αυτό μιούζικαλ ανεβαίνει στην εγκεκριμένη εκδοχή για δύο πιάνα, σε μουσική διεύθυνση του Στάθη Σούλη και σε σκηνοθεσία του Γιάννου Περλέγκα, ο οποίος κρατάει και τον πρωταγωνιστικό ρόλο του καθηγητή Χίγκινς. Η μετάφραση στίχων είναι του Δημήτρη Δημόπουλου και η μετάφραση πρόζας  της Μαρίας Κυριαζή και του Γιάννου Περλέγκα.

Στον ρόλο του τίτλου δύο ανερχόμενες υψίφωνοι της ΕΛΣ, η Βάσια Ζαχαροπούλου και η Χριστίνα Ασημακοπούλου. Εμείς μιλήσαμε μαζί τους για την παράσταση αυτή…


Ποια είναι αυτή η «Ωραία Κυρία»; Σκιαγραφήστε μας τον ρόλο σας…

Βάσια Ζαχαροπούλου: Η Ελάϊζα είναι μία κοπέλα που έχει περάσει δύσκολα παιδικά χρόνια, ανέχεια, κακομεταχείριση και προσπαθεί να ζήσει πουλώντας λουλούδια. Όνειρο της είναι να γίνει κυρία σε λουλουδάδικο, να ζει σε ένα ζεστό δωμάτιο και να της φέρονται με καλοσύνη οι γύρω της. Όταν αντιλαμβάνεται ότι μπορεί να τα καταφέρει να βελτιώσει τη ζωή της αν κάνει κάποια μαθήματα ώστε να μάθει να μιλάει καλύτερα Αγγλικά, δέχεται να βάλει τον εαυτό της σε μία επίπονη διαδικασία εκμάθησης μιας και ο καθηγητής Χίγκινς που την αναλαμβάνει δεν είναι διόλου ευγενικός και καλοσυνάτος. Κι όμως, κάτι την κεντρίζει σε αυτόν όπως και το αντίστροφο. Τελικά μεταμορφώνεται σε μία εκλεπτυσμένη κυρία, όμως η ουσιαστική μεταμόρφωση δεν συναντάται στα φορέματα και στα κοσμήματα, αλλά στο πώς μαθαίνει πια να αντιμετωπίζει τον ίδιο της το εαυτό.

Χριστίνα Ασημακοπούλου: Είναι η Ελάιζα Ντούλιτλ, ένα κορίτσι που πουλάει λουλούδια στους δρόμους του Λονδίνου των αρχών του 20ου αιώνα. Αγωνίζεται καθημερινά για να επιβιώσει, λέει τα πράγματα με τ’όνομά τους χωρίς να τα ωραιοποιεί και εκφράζει χωρίς δεύτερη σκέψη αυτό που νιώθει κι αυτό που σκέπτεται. Είναι ανοιχτή. Έτσι, αμέσως μόλις της δίνεται η ευκαιρία, μέσω του καθηγητή Χίγκινς, πιάνεται από ένα ‘’όνειρο’’ κι αφιερώνεται ολοκληρωτικά στη σπουδή αυτή που πιστεύει ότι θα της εξασφαλίσει μια καλύτερη κοινωνική θέση και μια ευκολότερη καθημερινότητα. Ο στόχος που βάζει κι ο άνθρωπος που την καθοδηγεί σε αυτόν, γίνονται όλος της ο κόσμος. Στο τέλος της ξέφρενης αυτής πορείας μάθησης, όμως, συνειδητοποιεί ότι πλέον είναι μια άλλη. Πλέον δεν ανήκει ούτε στον παλιό της κόσμο αλλά ούτε και σ’αυτόν που πίστευε ότι θα την ενσωματώσει.

Τι σας γοητεύει ιδιαίτερα στο έργο αυτό των Άλαν Τζέυ Λέρνερ και Φρέντερικ Λόου;

Χριστίνα Ασημακοπούλου: Μέχρι κάποια ηλικία όχι απλά δε με γοήτευε το συγκεκριμένο έργο, αλλά μπορώ να πω ότι με απωθούσε κιόλας! Και μόνο η τότε εικόνα της μητέρας μου να κλαίει γοερά μπροστά απ’την τηλεόραση στην περίεργη σκηνή του τέλους με την Hepburn και τον Harrison, μου προκαλούσε μεγάλο εκνευρισμό..! Πλέον, ως μουσικός, γοητεύομαι από τις όμορφες μελωδίες του, την έξυπνη μουσική ύφανση των χαρακτήρων και την ποικιλία του μουσικού ύφους. Μουσικά το πρώτο μέρος του έργου είναι λυρικό, ρομαντικό, βιεννέζικο, ενώ στο δεύτερο αλλάζει τελείως το ύφος και γίνεται πιο τζαζ, πιο θεατρικό κι οξύ. Σίγουρα πιο πολύ απ’όλα με γοητεύει το θεατρικό έργο στο οποίο βασίζεται το μιούζικαλ των Λέρνερ και Λόου, ο Πυγμαλίωνας του Σω…

Βάσια Ζαχαροπούλου: Προσωπικά με γοητεύει το πώς το έργο αυτό κατάφερε να διηγηθεί μία πολύ σκληρή στην πραγματικότητα ιστορία μέσα από όμορφα μελωδικά τραγούδια χωρίς να προσβάλλει τη σοβαρότητα των καταστάσεων που βιώνει η ηρωίδα. Η μουσική που επενδύει το έργο και έχει καταβολές στην οπερέττα, δημιουργεί την ιδανική ατμόσφαιρα στη κάθε σκηνή. 

Γιατί χαρακτηρίζεται ως το «τέλειο μιούζικαλ»; 

Βάσια Ζαχαροπούλου: Γιατί περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που το κάνουν να ξεχωρίζει και να είναι διαχρονικό: Όμορφη, εύπεπτη μουσική που μένει στο αυτί και δυνατό σεναριακά πυρήνα που αφορά. Η μάχη μεταξύ των δύο φύλων πάντα κέντριζε το ενδιαφέρον του κοινού. Πόσο μάλλον, μέσω της σκοπτικής και αρκετά προχωρημένης για την εποχή του ματιάς του Bernard Shaw. 

Χριστίνα Ασημακοπούλου: Δενγνωρίζω γιατί χαρακτηρίζεται ως το τέλειο μιούζικαλ… Μάλλον επειδή βασίζεται σε ένα πολύ ισχυρό θεατρικά κείμενο το οποίο ντύθηκε με όμορφες, απλές και συγκινητικές μελωδίες (οι οποίες εύκολα αναγνωρίζονται και συγκρατούνται στη μνήμη του θεατή), και ερμηνεύτηκε αρχικά από σπουδαίους καλλιτέχνες. Εάν στα παραπάνω προσθέσουμε ότι η φύση του ενδείκνυται για να μεγαλουργήσει ο χορογράφος κι ο ενδυματολόγος, έχουμε μάλλον αυτό που οι περισσότεροι αποκαλούν ‘’το τέλειο μιούζικαλ’’.

Τι θα δούμε στη σκηνοθετική προσέγγιση του Γιάννου Περλέγκα;

Χριστίνα Ασημακοπούλου: Στη σκηνοθετική προσέγγιση του Γιάννου Περλέγκα βασικά θα ακούσετε την ιστορία. Την ουσία της. Με αλήθεια κι ησυχία χωρίς πολλά επιπλέον περιτυλίγματα και στολίδια. Θα μεταφερθείτε σ’ ένα καμπαρέ όπου, συνοδεία δύο πιάνων, κορίτσια κι αγόρια του καμπαρέ παίζουν για πολλοστή φορά την ιστορία της Ελάιζα. Είναι μια σκηνοθεσία την οποία θεωρώ ευλογία να είσαι κομμάτι της κι είμαι πολύ χαρούμενη που μου δίνεται αυτή η ευκαιρία.

Βάσια Ζαχαροπούλου: Το μιούζικαλ είναι βασισμένο στο θεατρικό έργο “Πυγμαλίωνας” του Bernard Shaw. Κατά τη μεταγραφή από το θεατρικό στο μιούζικαλ, διαφοροποιήθηκαν πρόσωπα, καταστάσεις και σκοτεινές συναισθηματικές πτυχές των χαρακτήρων που ο Γιάννος πιστεύει ότι έχουν ύψιστη σημασία για τη δραματουργία του έργου. Στη σκηνοθετική του προσέγγιση πιστεύω ότι μέλημα του είναι η ανάδειξη αυτών των πτυχών προκειμένου ο θεατής να αποκτήσει μία πιο ολοκληρωμένη εικόνα του τι βιώνει έκαστος χαρακτήρας του έργου χωρίς παράλληλα να χαθεί η μουσική και τα συναισθήματα που αυτή δημιουργεί σε ο,τι  πλαισιώνει.

Πόσο απαιτητικός φωνητικά είναι ο ρόλος σας; 

Βάσια Ζαχαροπούλου: Πολύ! Η τραγουδιστική γραμμή του ρόλου αυτού συνδυάζει την τεχνική του κλασσικού τραγουδιού, σε σημεία που απαιτείται πιο λυρική τοποθέτηση φωνής, και την πιο μοντέρνα τοποθέτηση σε άλλα μουσικά κομμάτια όπου η ηρωίδα εκφράζει κάτι πιο “άγριο”, πιο λαϊκό. Ίσως η μεταμόρφωση της τελικά να σκιαγραφείται και μουσικά.

Χριστίνα Ασημακοπούλου: Παρ’όλο που ο ρόλος έχει περισσότερη πρόζα παρά τραγούδι, έχει αρκετές απαιτήσεις και σε φωνητικό επίπεδο εάν κανείς αναλογιστεί τη δυσκολία του να βρεις σε κάθε τραγούδι μια ισορροπία μεταξύ των λυρικών μερών του και των πιο δραματικών, να προσέξεις την καθαρότητα των φωνηέντων σου και να μείνεις πιστός στην προσωδία των ελληνικών στίχων. Επίσης, να λάβεις υπόψιν σου ότι ορισμένα από τα τραγούδια του ρόλου, όπως το γνωστό I could have danced all night, έχουν τέτοιες φωνητικές απαιτήσεις που οφείλεις να τα αντιμετωπίσεις και να τα χειριστείς φωνητικά σαν να ήταν οπερατικές άριες.

Πού θεωρείτε πώς αγγίζει το έργο αυτό το κοινό σήμερα; 

Χριστίνα Ασημακοπούλου: Όλοι μας, λιγότερο ή περισσότερο, έχουμε μπει κάποια στιγμή στη ζωή μας σε μια διαδικασία μάθησης-μεταμόρφωσης. Όλοι μας, επίσης, έχουμε κάποια στιγμή παλέψει για κάποιου είδους κοινωνική ενσωμάτωση με τίμημα  να θυσιαστεί μικρότερο ή μεγαλύτερο μέρος του εαυτού μας. Είναι ένα έργο διαχρονικό που πάντα νομίζω θα συγκινεί. Πάντα η κοινωνία θρέφει αρχέτυπα όπως το θηλυκό και το αρσενικό, το έμψυχο και το άψυχο, το δημιούργημα και τον δημιουργό. Πάντα θα υπάρχουν Πυγμαλίωνες και Γαλάτειες…

Βάσια Ζαχαροπούλου: Το έργο περιληπτικά μιλάει για την ζωή μίας κοπέλας με καταγωγή από ένα φρικτό μέρος, που της δίνεται η ευκαιρία να αλλάξει τη ζωή της θεωρητικά προς το καλύτερο. Η ιστορία αυτής της κοπέλας καλώς ή κακώς συναντάται σε κάθε εποχή και πιστεύω ότι αφορά και αγγίζει το κοινό ακόμα και σήμερα. Είναι η κοπέλα της διπλανής πόρτας που ονειρεύεται ένα καλύτερο αύριο, παλεύει γι’ αυτό και βάσει των στόχων που θέτει δέχεται να κάνει συμβιβασμούς και υποχωρήσεις μέχρι το σημείο που αντέχει η ψυχή της.

Από τις 21 Νοεμβρίου και για 26 παραστάσεις έως και τις 31 Δεκεμβρίου 2019, η Ωραία μου κυρία ζωντανεύει στον σαγηνευτικό και αινιγματικό κόσμο του καμπαρέ σε μια παραγωγή υψηλής αισθητικής. 

από Γεωργία Οικονόμου